Γράφουν οι :
-Γιώργος Κώτσηρας, δικηγόρος, LL.M, υ/Διδάκτωρ Νομικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών
-Ροδάνθη Τζωρτζάκη, δικηγόρος, LL.M
-Γιώργος Κατσαβός, δικηγόρος, LL.M

Εν μέσω του ασφυκτικού κλίματος οικονομικής ύφεσης που ταλανίζει την εγχώρια οικονομία, η πλειοψηφία των εργαζομένων της χώρας  βρίσκεται ολοένα και περισσότερο αντιμέτωπη με την πρακτική πολλών εργοδοτών να καθυστερούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να μην καταβάλλουν σε αυτούς τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.

Ως δεδουλευμένες αποδοχές νοούνται όχι μόνον ο μισθός ή το ημερομίσθιο του απασχολούμενου αλλά και τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές αδείας, η αμοιβή υπερωριών, καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή μπορεί να οφείλεται στα πλαίσια συγκεκριμένης σύμβασης εργασίας (π.χ. bonus παραγωγικότητας).   Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο εργαζόμενος δεν μένει απροστάτευτος αλλά έχει τις εξής δυνατότητες:
Α) Να υποβάλλει σχετική καταγγελία στην κατά τόπον αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία καλεί τον εργοδότη και τον εργαζόμενο προκειμένου να επιδιωχθεί η εξωδικαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές του εργαζόμενου, η Επιθεώρηση Εργασίας μπορεί, μετά από την διενέργεια σχετικού ελέγχου, να επιβάλλει σε αυτόν διοικητικό πρόστιμο (από 500 έως 50.000 ευρώ), καθώς επίσης και να υποβάλλει εναντίον του μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Με τον τρόπο αυτό ξεκινά η ποινική δίωξη του εργοδότη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 2 του Νόμου 3385/2005 με την οποία ορίζεται ότι: «Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές». Μήνυση-έγκληση κατά του εργοδότη του για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών μπορεί να υποβάλλει και ο ίδιος ο εργαζόμενος, χωρίς την μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας, στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να καταβάλλει το προβλεπόμενο για την κατάθεσή της παράβολο ύψους ποσού εκατό ευρώ.  
Β) Να προβεί σε επίσχεση εργασίας, δηλαδή να δηλώσει στον εργοδότη του ότι διακόπτει την εργασία του, μέχρις ότου καταβληθούν σε αυτόν οι καθυστερούμενες αποδοχές του. Η επίσχεση εργασίας πρέπει να είναι σαφής και ατομική, να αναφέρεται δηλαδή σε αυτήν το ποσό που οφείλεται (π.χ. μισθοί Ιουλίου-Δεκεμβρίου) και η αιτία της (μη καταβολή δεδουλευμένων), καθότι η απλή άρνηση εργασίας κινδυνεύει να εκληφθεί ως παραίτηση από την θέση. Με την άσκηση του δικαιώματος αυτού ο μισθωτός δεν έχει την υποχρέωση να προσέρχεται στην εργασία του, ο δε εργοδότης  οφείλει σε αυτόν επιπλέον και τις αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης, σαν να εργαζόταν κανονικά. Με την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών παύει η επίσχεση εργασίας και ο μισθωτός οφείλει να επιστρέψει στην εργασία του.
Ωστόσο, όπως κάθε δικαίωμα, έτσι και η επίσχεση υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή απαγορεύεται να ασκείται καταχρηστικά. Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνιστούν ενδεικτικά οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του εργοδότη να χορηγήσει παροχές που δεν είναι ήδη γεννημένες και ληξιπρόθεσμες, για παράδειγμα αυξήσεις αποδοχών, ή να δεχθεί γενικότερα συνδικαλιστικά αιτήματα (π.χ. αποκατάσταση απολυθέντων συναδέλφων, β) όταν η χρηματική απαίτηση του μισθωτού είναι ασήμαντη ή όταν η καθυστέρηση από την πλευρά του εργοδότη δεν είναι μακρόχρονη (π.χ. έχουν παρέλθει μόνο λίγες ημέρες από την ημερομηνία που ο μισθός κατέστη απαιτητός), γ) όταν η καθυστέρηση της καταβολής των αποδοχών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του εργοδότη, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική του κατάσταση την οποία γνωρίζει ο εργαζόμενος, αποδεικνύεται δε ότι ο εργοδότης καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να τον ξοφλήσει, έστω και με τμηματικές καταβολές των οφειλόμενων ποσών, δ) όταν ο καθυστερούμενος μισθός δεν είναι άμεσα και επιτακτικά αναγκαίος για την διαβίωση του μισθωτού.
Σημειώνεται ότι κατά την διάρκεια της επίσχεσης ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να παρέχει αλλού την εργασία του, προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την διαβίωσή του έσοδα. Στην περίπτωση όμως αυτή ο υπερήμερος εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι επίσχεση εργασίας μπορεί να ασκηθεί από τον μισθωτό και σε άλλες περιπτώσεις μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, όπως όταν ο τελευταίος δεν τηρεί τα απαραίτητα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στην επιχείρησή του ή με την συμπεριφορά του προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου.
Γ) Να προβεί σε δικαστική διεκδίκηση των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, με κατάθεση αγωγής στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο. Σημειώνεται ότι οι εργατικές απαιτήσεις από μη πληρωμή μισθών ή άλλων αμοιβών παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών από την λήξη του έτους εντός του οποίου αυτές γεννήθηκαν. Εφόσον πιθανολογείται επείγουσα κατάσταση, δηλαδή η ύπαρξη άμεσου και επικείμενου κινδύνου είτε για την διαβίωση του εργαζομένου, είτε λόγω του φόβου ματαίωσης της μελλοντικής ικανοποίησης του εργαζομένου, ένεκα της αποξένωσης του εργοδότη από περιουσιακά του στοιχεία, ο εργαζόμενος μπορεί επίσης να υποβάλλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή επιδίκαση μισθών μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κύριας αγωγής του.

Προηγούμενο άρθροΚηπο…ξεμπερδέματα για τον Φεβρουάριο
Επόμενο άρθροΞηροί καρποί …οι παρεξηγημένοι!