Γράφει η Άντζελα Παπαδοπούλου

Ήταν λίγους μήνες πριν το 2004 κι είχα μόλις μετακομίσει στη Ραφήνα. Ως ασθματική, αναζητούσα τον γιατρό που θα με βοηθά με τη συνταγογραφήσεις των φαρμάκων μου και σχεδόν όλοι από τους γνωστούς που ρώτησα, με είχαν παραπέμψει «στον ευγενικό πνευμονολόγο που θα σε προσέξει σαν να είσαι χρόνια ασθενής του».

Δεν άργησα να χρειαστώ τη βοήθειά του καθώς μια λοίμωξη του αναπνευστικού με έφερε στην πόρτα του. Για να είμαι πιο ακριβής, έφερε τον Πρόδρομο Κιορπελίδη στην πόρτα μου. Ήρθε σε λιγότερο από 20 λεπτά από τη στιγμή που τον κάλεσα κι ας μην γνωριζόμασταν καθόλου. Έκανε τις απαραίτητες ενέργειες και διαπίστωσε ότι η κατάστασή μου ήταν σοβαρή. Κάλεσε ασθενοφόρο κι έφυγε άρον άρον για το γραφείο του, επιστρέφοντας μετά από λίγο με τον δικό του νεφελοποιητή τον οποίο και χρειαζόμουν.

Αφού έμαθε ότι γύρισα σπίτι, ήρθε το πρώτο βράδυ να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά. Το ίδιο και το πρωί και το μεσημέρι κι αυτό συνέβαινε επί τρεις ημέρες, μέχρι που αισθάνθηκα καλύτερα και ησύχασε. Ήταν ξεροκέφαλος, δεν δέχθηκε ποτέ να τον πληρώσω… Ήταν για μένα προφανές ότι από εκείνη τη στιγμή έγινε ο γιατρός μου.

Ο Πρόδρομος ήταν ένας επιστήμονας με όλα τα γράμματα κεφαλαία, που ενώ θα μπορούσε να κάνει δικό του ιατρείο και να ζει άνετα, όταν ήρθε η στιγμή της επιλογής το έκλεισε και προτίμησε να μείνει στο Κέντρο Υγείας Ραφήνας.

Έγινε με τον καιρό ο Μάκης, όπως τον αποκαλούσαν οι ασθενείς του, αρκετούς από τους οποίους γνώρισα στην πορεία, ένας ανιδιοτελής άνθρωπος, με ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο.

Πάντα εντυπωσιαζόμουν, ως νοσηλεύτρια που είμαι, βλέποντας πώς συνεργαζόταν με άλλους γιατρούς. Ένιωθα δέος αντιλαμβανόμενη το πόση εμπιστοσύνη του είχαν αλλά και πόση ευγνωμοσύνη ένιωθαν γι αυτόν οι ασθενείς του.

Ήταν ο Μάκης που θα περίμενε όσους δεν είχαν ραντεβού μισή ώρα πριν το ιατρείο για να τους εξυπηρετήσει.

Ο Μάκης που όποτε κι αν τον καλούσαν, ό,τι δουλειά ή υποχρέωση κι αν είχε ή ακόμα και αν ξεκουραζόταν, θα έβρισκε τρόπο να πάει στο σπίτι τους να τους εξετάσει, να τους κάνει να νιώσουν σιγουριά.

Ο Μάκης που πήγαινε στο φαρμακείο, αγόραζε φάρμακα και τα πήγαινε σε ασθενείς που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και έφευγε γεμάτος μόνο και μόνο επειδή ένιωσε ότι όταν τον χρειάστηκαν ήταν εκεί.

Ο Μάκης που όταν όταν με χτύπησε η πνευμονία, μου έσωσε τη ζωή.

Με τα χρόνια τον γνώρισα καλύτερα. Αναπτύξαμε μια πιο στενή σχέση και με εμπιστεύτηκε όταν αρρώστησε. Κι αργότερα όταν μου ξαναμίλησε για το πρόβλημά του, εύλογα τον ρώτησα. «Καλά ρε συ Μάκη, είσαι σε ομάδα υπερυψηλού κινδύνου και κάθεσαι μέσα στο νοσοκομείο να υποδέχεσαι ασθενείς με κορονοϊό; Δεν φοβάσαι;».

«Φοβάμαι. Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου Άντζελα. Να βοηθάω τον κόσμο, να τον κάνω καλά». Ανατρίχιασα ακούγοντας πόσο αφοσιωμένος ήταν στη δουλειά του. Για να το γράψω πιο σωστά, πόσο αφοσιωμένος ήταν στους ασθενείς, πόση πίστη είχε στο δημόσιο σύστημα Υγείας. Γι’ αυτό τον αγάπησαν όλοι όσοι τον συναναστράφηκαν, γιατί αγαπούσε πρώτα από όλα ο ίδιος τους ανθρώπους, έβλεπε μόνο το καλό σε αυτούς.

Είχαμε να μιλήσουμε καιρό. Στο τελευταίο τηλεφώνημα που του έκανα ένιωσα άβολα και περίεργα. Με τον τρόπο του με αποχαιρετούσε. Μού ζήτησε μεταξύ σοβαρού και αστείο μια χάρη, να κόψω το τσιγάρο. Μέχρι σήμερα δεν του την έχω κάνει και νιώθω άσχημα που καπνίζω αποχαιρετώντας με ένα κείμενο τον φίλο μου τον Μάκη…

Προηγούμενο άρθροΒασίλης Λουίζος: Με τους θεσμούς δεν παίζουμε
Επόμενο άρθροΟ Λαρισαίος γιατρός που θα γίνει ο πρώτος Έλληνας αστροναύτης