Του Κώστα Ζοργιού

Ακόμα και οι άνθρωποι που τρέμουν τις μηχανές και τη «ζούγκλα» των ελληνικών δρόμων, ένα πράγμα μπορούν σίγουρα να το αναγνωρίσουν. Η αίσθηση απόλυτης ελευθερίας που νιώθεις ανεβαίνοντας σε μια σέλα και ανοίγοντας λίγο το γκάζι, η απόλαυση που σου προσφέρει έστω και μια απλή διαδρομή για να πας στη δουλειά σου, δεν συγκρίνονται με την άνεση που σου παρέχει το αυτοκίνητο.

Το μαθαίνεις από τα εφηβικά σου χρόνια, όταν πρωτοκαβαλάς μηχανή και καλείσαι κάποια στιγμή να αποφασίσεις αν θα γίνεις… μηχανόβιος ή αν θα προτιμήσεις την ασφάλεια του αυτοκινήτου.

Ο Σίμος Φούσκας, ερωτικός μετανάστης ετών στη Νέα Μάκρη, όπως δηλώνει ο ίδιος, ανήκει σε μια περίεργη κατηγορία. Αν δεν είναι μια κατηγορία μόνος του…

Τρέμει τις μηχανές όταν βγαίνει στον δρόμο και τις αποφεύγει σαν τον διάολο. Αλλά γίνονται το μεγάλο του πάθος όταν πιάνει το τιμόνι… ζωσμένος με ειδική στολή, για να διασχίσει ένα μονοπάτι πάνω σε γκρεμούς, δίπλα σε καταρράκτες, περνώντας πάνω από βράχια και κορμούς δέντρων.

Enduro ονομάζεται αυτή η μορφή μηχανοκίνητου αθλητισμού που με τα χρόνια κερδίζει όλο και περισσότερους θαυμαστές στην Ελλάδα. Ένα ακριβό χόμπι που απαιτεί πλήρη σεβασμό στις ειδικές συνθήκες που συναντάς σε κάθε σου εξόρμηση, κατάλληλο εξοπλισμό (κράνος, μάσκα, θώρακα, επιγονατίδες, μπότες) και παρέα, που σου παρέχει την απαιτούμενη ασφάλεια σε μια offroad διαδρομή.

Το πρώτο… γκάζι

«Ήμουν δεν ήμουν 12 ετών όταν πρωτοκαβάλησα μηχανάκι. Ο πατέρας μου είχε ένα στρογγυλοφάναρο που υπάρχει μέχρι και σήμερα και το είχε φέρει στην Τήνο, όπου έκανα διακοπές με παππού και γιαγιά. Το άφησε για λίγες μέρες επιστρέφοντας στην Αθήνα και κάθε μεσημέρι έπαιρνα κρυφά τα κλειδιά και όργωνα τους χωματόδρομους. Κάπως έτσι κόλλησα το μικρόβιο και στα 16 μου πήρα το πρώτο δικό μου μηχανάκι», θυμάται ο Σίμος που παρά το πάθος του για τις δύο ρόδες, είχε πάντα το μυαλό στο κεφάλι του.

«Από πολύ νωρίς φοβόμουν τον δρόμο και όσο περνούν τα χρόνια τον φοβάμαι και περισσότερο. Το κυρίαρχο συναίσθημα είναι ότι η ασφάλειά σου εξαρτάται και από τους άλλους οδηγούς. Είχα κι ένα ατύχημα από το πουθενά κι αυτό με έκανε πολύ επιφυλακτικό. Σήμερα, για να καβαλήσω τη μηχανή θα πρέπει να συντρέχει πολύ σοβαρός λόγος ή να χρειάζεται να κάνω μια πολύ κοντινή απόσταση».

Κάπου εδώ προκύπτει το λογικό ερώτημα. «Πώς γίνεται να νιώθεις φόβο στον δρόμο, αλλά να ξεκινάς ένα φαινομενικά ριψοκίνδυνο χόμπι;».

«Στα 20 μου είχα ήδη αρχίσει να μαγεύομαι από το enduro. Να παρακολουθώ βίντεο, να μαθαίνω τι γίνεται στους μεγάλους αγώνες σε Ελλάδα και εξωτερικό, αλλά και να νιώθω την ανάγκη να κάνω ταξίδια σε χωμάτινους δρόμους, μακριά από τον κίνδυνο της ασφάλτου. Η μετάβασή μου προς το χόμπι που σήμερα λατρεύω έγινε σταδιακά.

Το 2015, στα 23 μου, πήρα την απόφαση. Έδωσα 1.000 ευρώ για μια μηχανή Motocross και άλλα 500 για εξοπλισμό, έπεισα και τον κολλητό μου να ακολουθήσει, μεταδίδοντάς του το μικρόβιο και ξεκινήσαμε τις πρώτες μας offroad διαδρομές. Η παρθενική μας βόλτα έγινε στη Βαρυμπόμπη και τα πρώτα τέσσερα χρόνια μαζεύαμε εμπειρίες σε δύσκολες μεν, όχι extreme δε, διαδρομές. Άλλωστε, στην περιοχή μας, από τον Μαραθώνα και τη Ραπεντώσα μέχρι και τον Διόνυσο, υπάρχουν άπειρα μέρη που μπορείς να εξερευνήσεις».

Όταν τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, δε θέλει και πολύ για να ανέβεις επίπεδο. Το δίδυμο άρχισε να γνωρίζει έμπειρους εντουράδες και να συμμετέχει σε ομαδικές βόλτες εντός και εκτός Αττικής. Ο κύκλος άνοιξε και δίπλα σε ανθρώπους που κατείχαν περισσότερη γνώση «άρχισα να μαθαίνω πώς πραγματικά οδηγείς μια μηχανή σε τέτοιες διαδρομές. Μυστικά που μέχρι τότε αγνοούσα, αλλά που κάνουν τη διαφορά και στην ασφάλειά σου, αλλά και στο πώς να συμπεριφέρεσαι πάνω στη μηχανή».

Όταν κατέκτησε τις βασικές γνώσεις, ο Σίμος αποφάσισε να ανέβει επίπεδο. «Στα 26 μου αγόρασα την πρώτη enduro μηχανή κι άρχισα να αυξάνω τη συχνότητα που έβγαινα βόλτες. Όταν πια αισθάνθηκα έτοιμος, δήλωσα συμμετοχή στον πρώτο πανελλήνιο αγώνα κυπέλλου που γινόταν στη Φλώρινα. Μια εβδομάδα πριν, έσπασα το χέρι μου και τελικά δεν έτρεξα, ωστόσο και μόνο που βρέθηκα εκεί και παρατηρούσα, έμαθα πολλά».

Η παρθενική «κρυάδα» σε αγώνα Πανελλήνιου Κυπέλλου, δεν ήταν ακριβώς κρυάδα. Ο Σίμος πήγε έτοιμος και παρά το δύσκολο της διαδρομής στα Καλάβρυτα, τερμάτισε 4ος στους εννέα στην κατηγορία του.

Φαντάζει περιττό να αναφερθεί ότι πλέον θεωρεί εαυτόν κομμάτι των αγώνων. Πόσω μάλλον από τη στιγμή που και επαγγελματικά έχει αφιερωθεί στον συγκεκριμένο τομέα, μια και η επιχείρησή του έχει στενή σχέση με το αντικείμενο.

«Προέρχομαι από μια οικογένεια στην οποία όλοι ήταν τσαγκάρηδες. Τι πιο όμορφο από το να κάνεις με κάποιο τρόπο το χόμπι σου επάγγελμα. Η Factory Boots ασχολείται με την επιδιόρθωση σε μπότες που έχουν φθαρεί και νιώθω τυχερός που η καθημερινότητά μου περιστρέφεται γύρω από το enduro».

Έξοδα, ελευθερία και… σεβασμός

Οι… άσχετοι με το αντικείμενο θα αναρωτιούνται πόσο στοιχίζει η ενασχόληση με το enduro.
«Αυτό εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο βρίσκεσαι. Όσο προχωράς, τόσο πιο ακριβό γίνεται σαν χόμπι. Άλλωστε, σταδιακά χρειάζεται να αλλάζεις συνεχώς μηχανή και να δοκιμάζεις μέχρι να καταλήξεις κάπου.

Μπορείς να πάρεις και με 1.000 ευρώ, αλλά και με 13.000. Μπορείς να δώσεις για αναρτήσεις, που είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, από 1.000 ευρώ μέχρι και 10.000, ενώ και οι τιμές στον εξοπλισμό ποικίλλουν. Βρίσκεις μπότα με 150 ευρώ και μπότα με 600 ευρώ, οπότε εσύ ορίζεις πόσα χρήματα θα διαθέσεις, με βάση τις ανάγκες και την τσέπη σου.

Υπάρχουν, όμως, κάποια δεδομένα. Πρέπει η μηχανή σου να είναι πολύ καλά συντηρημένη και ο εξοπλισμός να είναι αρκετά καλός για να σου προσφέρει ασφάλεια».

Για τον Σίμο, αλλά και κάθε αναβάτη, το enduro έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. «Η τύχη σου δεν εξαρτάται από τους άλλους, υπό την έννοια ότι δεν θα χτυπήσεις επειδή κάποιος πέρασε με κόκκινο.

Ό,τι κι αν συμβεί στο βουνό, εξαρτάται από σένα. Επιπλέον, τον κίνδυνο τον ορίζεις εσύ, ανάλογα με τη δυσκολία της διαδρομής που επιλέγεις. Το βασικό, από τη μέρα που πρωτοξεκινάς, είναι να έχεις πάντα παρέα, να κουβαλάς πάντα εργαλεία μαζί σου, αρκετό νερό και τροφή γιατί κάτι μπορεί να πάει στραβά και να μείνεις για ώρες σε απομακρυσμένο σημείο. Και, εννοείται, πρώτες βοήθειες».

Βλέπεις τον Σιμο να μιλά για enduro και να έχει τόσο ενθουσιασμό μέσα του. Κι όσο κι αν μαντεύεις την απάντηση, δεν μπορείς παρά να ρωτήσεις τι νιώθει όταν φτάνει στο βουνό και ξεκινά έστω και μια απλή βόλτα.

«Και τι δε νιώθεις, είναι η απάντηση. Απόλυτη ελευθερία, αδρεναλίνη, την επαφή με τη φύση. Αδειάζει το κεφάλι σου. Έχεις, όμως και μια βασική υποχρέωση. Να σέβεσαι το βουνό. Να σέβεσαι τα ζώα, τα δέντρα, τους ορειβάτες, τους πεζοπόρους και τη φύση. Κι αυτό θέλω να το γράψεις με μαυρισμένα γράμματα»…