κείμενο: Κώστας Ζοργιός  ●  φωτογραφία: Αθηνά Βουτσινά

Ανηφορίζοντας τον δρόμο για να προσεγγίσεις μία από τις πολλές εισόδους της οικίας, αυτή που από κάτω της έχει… «πιάτο» το λιμάνι της Ραφήνας και το απέραντο γαλάζιο, έχεις ήδη εντυπωσιαστεί! Πού να φανταστείς ότι λίγα λεπτά αργότερα θα ξεχάσεις και τη θέα και τον επιβλητικό εξωτερικό χώρο, πολύ απλά διότι τα επόμενα ερεθίσματα θα σε εντυπωσιάσουν ακόμη περισσότερο.

Με το πρώτο βήμα στο σπίτι αντιλαμβάνεσαι τη σύνθετη προσωπικότητα του οικοδεσπότη. Ακριβά περσικά χαλιά και πορσελάνες δένουν αρμονικά με απλά νησιώτικα έπιπλα και πήλινα σκεύη. Συνεκτικό στοιχείο το αγαπημένο χρώμα του Γιάννη Γαλάτη, το έντονο τυρκουάζ, που παραπέμπει στη μεγάλη του αγάπη, τη θάλασσα. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για έναν χώρο που αποπνέει γούστο, στυλ, προσωπικότητα, ζεστασιά, φιλοξενία, απλή πολυτέλεια και καθόλου υπερβολή. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τον ιδιοκτήτη του.

Δείτε φωτογραφίες από το πανέμορφο σπίτι του Γιάννη Γαλάτη εδώ

Ο Γιάννης Γαλάτης, όμως, είναι και κάτι περισσότερο απ’ όλα αυτά. Και γνωρίζοντάς τον καλύτερα, αντιλαμβάνεσαι το γιατί και το πώς έφτασε να ντύνει προσωπικότητες όπως η Γκρέτα Γκάρμπο, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ενώ παράλληλα να διαχειρίζεται με σεμνότητα την επιτυχία. Σε τέτοιο βαθμό που σήμερα, στα 72 του χρόνια, να σου δείχνει το ιδιόχειρο ευχαριστήριο σημείωμα της Τζάκι Κένεντι για το «εκπληκτικό πουλόβερ που μου φτιάξατε» σα να βάζει στην τσέπη μια λίστα με τα ψώνια του σουπερμάρκετ.

Το ιδιόχειρο ευχαριστήριο σημείωμα της Τζάκι Κένεντι στον Γιάννη Γαλάτη

Γεννήθηκε σε μια βάρκα το 1946, λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Η μητέρα του ταξίδευε από τη Μύκονο στον Πειραιά, αλλά ένα απαγορευτικό «έστειλε» τη βάρκα στον Ασπρόπυργο. Ο Γιάννης Γαλάτης είδε το πρώτο φως πάνω σε μια τάβλα στην παραλία, αλλά όσο ταπεινό ήταν το «καλημέρα» του, τόσο και περισσότερο λαμπερή και ένδοξη ήταν η συνέχεια…

Ήταν 9 Σεπτέμβρη, ίδια ημερομηνία με τη γέννηση του πατέρα του και αργότερα με τη γέννηση του γιου του. Γίνονται αυτά κάπου αλλού εκτός από τα παραμύθια;

Ο Γιάννης Γαλάτης με τον πατέρα του και τον γιο του. Και οι τρεις γεννημένοι στις 9 Σεπτεμβρίου

Τα παιδικά χρόνια και τα πρώτα ερεθίσματα

«Γεννήθηκα στην Αθήνα κι ήμουν το ένατο και τελευταίο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου, δεξί χέρι της Λέλας Καραγιάννη, ήταν Μυκονιάτες και βίωσαν την εποχή που το νησί ζούσε χάρη στη Ρωσία και τους Τσάρους.

Ήταν ευκατάστατοι άνθρωποι, καθώς διατηρούσαν ένα εργοστάσιο και ασχολούνταν αρχικά με καπνά και αργότερα με κρασιά. Όταν ξέσπασε και πολύ περισσότερο όταν τελείωσε η ρωσική επανάσταση, τα πράγματα δυσκόλεψαν υπερβολικά για τη Μύκονο αλλά και για την οικογένειά μου. Ήρθαμε στην Αθήνα όταν ήμουν ακόμη πιτσιρίκι, αλλά τα καλοκαίρια τα περνούσα πάντα στο νησί…»

Δουλεύοντας, για να προσφέρετε στην οικογένεια;

Όχι ακριβώς δουλεύοντας. Ανακάλυψα από πολύ μικρός ότι το πάθος μου ήταν η ζωγραφική. Μάζευα από τις παραλίες παλιά ξύλα, ζωγράφιζα πάνω τους και όταν έρχονταν τουρίστες είτε στη Μύκονο είτε στη Δήλο, έπαιρνα τα εργάκια μου, έστηνα έναν πάγκο και τα πουλούσα. Οπότε έβγαζα, αν μη τι άλλο, ένα χαρτζιλίκι…

Ένα πρωί, ακόμα πιτσιρίκι ήμουν, έκανα frame σε έναν πίνακά μου. Περνά από μπροστά μου μια πολύ κομψή κυρία, κοντοστέκεται και με ρωτά «how much?» Νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα και, για να συνεχίσω το καλαμπούρι, της είπα ένα αστρονομικό ποσό. Γυρίζει και απαντά «ok» και μου κόβει μια επιταγή. Έφυγα τρέχοντας για την τράπεζα και μου επιβεβαίωσαν ότι είναι αυθεντική από τράπεζα της Νέας Υόρκης. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την υψηλή κοινωνία.

Στα 18 μου, είχα ήδη μάθει να σχεδιάζω ρούχα, καθώς οι τέσσερις αδελφές μου διατηρούσαν ατελιέ, ενώ η μητέρα μου ήταν μοδίστρα. Και κάπως έτσι, εκεί που δεν το περίμενα, ξεκίνησαν όλα και σταδιακά μπήκα στον χώρο της μόδας, μέχρι που έκανα το μπαμ με την πρώτη μου μεγάλη κολεξιόν.

Όλα αυτά σε μια εποχή που οι όροι «μόδα» και «σχεδιαστής» ήταν άγνωστοι στο ευρύ ελληνικό κοινό…

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε, όντως δεν ήταν διαδεδομένο ως επάγγελμα αυτό του σχεδιαστή. Αλλά σταδιακά άρχισαν να δραστηριοποιούνται και να εξελίσσονται αρκετοί στον χώρο.

Οι οποίοι, όμως, δεν γνώρισαν ανάλογη επιτυχία… Γιατί;

Αυτό που συνέβη με αρκετούς που είχαν ταλέντο, είναι ότι καβάλησαν πολύ γρήγορα το καλάμι. Δεν διατήρησαν την απαραίτητη σε αυτές τις περιπτώσεις ισορροπία και εκεί χάθηκε το παιχνίδι. Τους απασχολούσε περισσότερο να απολαύσουν τη μεγάλη ζωή, με τις βίλες, τις πισίνες και τις υπερβολές που συνοδεύουν τις ανέσεις, παρά να γίνουν καλύτεροι… Αυτή είναι μια αρρώστια που έχουν οι περισσότεροι Έλληνες. Καβαλούν το καλάμι όταν αντιλαμβάνονται ότι σε κάποιον τομέα έχουν δυνατότητες, αλλά κάποια στιγμή δυστυχώς το καλάμι σπάει και τους είναι αδύνατο να το διαχειριστούν…

Εσείς το διαχειριστήκατε όμως…

Χάρη στην οικογένειά μου και τις στέρεες βάσεις που είχα. Και βέβαια χάρη στις τρεις μητέρες μου. Δεν έχω μία μόνο… Η βιολογική μου, η Αικατερίνη, με γέννησε σε μεγάλη ηλικία και όταν «έφυγε» με ανέλαβαν οι δύο αδελφές μου, η Φραγκίσκη και η Αναστασία.

Η Μύκονος και οι celebrities

Ζήσατε τη Μύκονο σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Πώς θα χαρακτηρίζατε την αλλαγή;

Η Μύκονος δεν είναι πια νησί, είναι ένα κοσμοπολίτικο κέντρο και αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Ο τουρισμός της κατά το παρελθόν χαρακτηριζόταν από ένα επίπεδο. Σήμερα, αυτό έχει χαθεί. Το χειρότερο είναι ότι χάθηκε και η αγνότητα των ντόπιων. Το μόνο που απασχολεί πλέον τους περισσότερους Μυκονιάτες είναι να βγάλουν σε ένα καλοκαίρι τα χρήματα δύο χειμώνων. Η απληστία έγινε ο χειρότερος εχθρός ενός πανέμορφου νησιού.

Πόσο εύκολο ήταν να «πατάτε στη γη», όταν από τις πρώτες σας κολεξιόν γίνατε διάσημος;

Δεν ήταν εύκολο, αλλά όπως σας είπα είχα καλό επίπεδο από την οικογένειά μου και αυτό με βοήθησε πολύ. Εννοείται ότι δεν ήταν εύκολο. Με τα χρόνια γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους, απέκτησα φίλους που ήταν αναγνωρίσιμοι παγκοσμίως και κυρίως, έντυσα τεράστιες προσωπικότητες… Κάποτε ο Yves Saint Laurent μου είπε «Αν οι θεές κατέβαιναν από τον Όλυμπο, θα ζητούσαν από τον Γαλάτη να τις ντύσει».

Δεν γίνεται να μη ρωτήσουμε για τις διάσημες πελάτισσές σας…

Η πρώτη μεγάλη προσωπικότητα που έντυσα από τον διεθνή χώρο ήταν η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και ακολούθησαν αμέτρητες. Σας αναφέρω ενδεικτικά τις Γκρέτα Γκάρμπο, Τζάκι Κένεντι, Ρίτα Χέιγουορθ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, τη Τζούλι Κρίστι και πολλές ακόμα…

Ήταν πολλές και οι «επώνυμες» Ελληνίδες που σας τίμησαν, φορώντας ρούχα σας;

Αμέτρητες… Έντυνα όλη την κοσμική Αθήνα και όχι μόνο, καθώς αν κάποια κυρία έβλεπα ότι λαχταρούσε ένα φόρεμα και δεν είχε τη δυνατότητα να το αγοράσει, μπορεί και να της το χάριζα. Δεν υπήρξα ποτέ άπληστος. Προτιμούσα να δω το χαμόγελο στο πρόσωπο του ανθρώπου που βρισκόταν απέναντί μου, παρά να βγάλω λίγα χρήματα παραπάνω. Αυτό με γέμιζε και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που πάντα εισέπραττα θετική ενέργεια.

Αυτές με τις οποίες ανέπτυξα και προσωπικές σχέσεις ήταν η τεράστια Βέμπο, η Κάλλας, η Λάτση… Πολλές, μου τα θυμίζετε και οι αναμνήσεις με κατακλύζουν… Θα τις μοιραστώ πάντως αυτές τις αναμνήσεις με τον κόσμο. Ετοιμάζω βιβλίο με θέμα «50 χρόνια διασημότητες», το οποίο θα περιέχει και πλούσιο φωτογραφικό υλικό με ρούχα που έχω σχεδιάσει.

Μια… αξέχαστη κολεξιόν σας;

Σε παραλία με τα μοντέλα να κάνουν πασαρέλα πάνω σε γαϊδουράκια…

Έχετε γνωρίσει, λοιπόν, πολύ σημαντικές προσωπικότητες και όχι μόνο από τον χώρο της μόδας. Αναγνωρίζετε αντίστοιχα μεγέθη στη σημερινή Ελλάδα;

Καμία απολύτως σχέση. Δεν υπάρχει τίποτα… Παππά, Κάλλας, Νιάρχος, Λάτσης, Ωνάσης, Ρούσσος, τίποτα… Με ποιον να συγκριθούν; Σήμερα έχει επικρατήσει η απληστία. Άνθρωποι με οικονομική επιφάνεια ασχολούνται μόνο με το πώς θα γίνουν πλουσιότεροι και δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η καλλιέργεια, οι αξίες, στοιχεία σημαντικά για να ξεχωρίζει μια προσωπικότητα και να μπορεί να χαρακτηριστεί ολοκληρωμένη. Είναι πραγματικά πολύ απογοητευτικό…

Ποιος από τους διάσημους που έχετε συναναστραφεί ήταν η καλύτερη παρέα;

Ο Γεχούντι Μενουχίν. Ο πιο σημαντικός βιολονίστας και διευθυντής ορχήστρας. Ένας υπέροχος, θαυμάσιος, ευχάριστος άνθρωπος, με τρομερή προσωπικότητα. Οι πιο πολλοί δεν τον ξέρουν εδώ. Έχω φιλοξενηθεί σε πολλά ανάκτορα. Στο παλάτι του Χαϊλέ Σελασιέ στην Αιθιοπία, του οποίου ο γιατρός ήταν Έλληνας, στο παλάτι του Πρίγκηπα Λεοπόλδου της Βαυαρίας, στο παλάτι του Μαρόκου, στην αυτοκράτειρα Σοράγια στην Περσία, στο παλάτι της Σοφίας στην Ισπανία, στο παλάτι της Ελισάβετ στην Κύπρο που τώρα έγινε το Προεδρικό Μέγαρο…

Είναι εποχή για πρίγκιπες;

Θα τους νοσταλγήσουμε κι αυτούς. Εγώ είμαι και βασιλικός… Λείπει πλέον το μεγαλείο, που ήταν καλό για την Ελλάδα, για τον τουρισμό, για το prestige. Μεγάλη απώλεια… Και τι έγινε που φύγαν οι βασιλείς; Πληρώνουμε δεν ξέρω πόσους προέδρους… Αυτό τους ενόχλησε; Το μεγαλείο; Χάθηκε το παραμύθι, με τα άλογα, τις άμαξες…

Θα γίνουμε λίγο αδιάκριτοι… Το πιο ακριβό φόρεμά σας ποια celebrity το αγόρασε;

Καθόλου αδιάκριτοι γιατί μπορώ να σας πω ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν πούλησα φόρεμα σε διασημότητα. Όλα ήταν δώρα. Πουλούσα μόνο αυτά εντός συνόρων, για τις κυρίες της κοσμικής Αθήνας.

Ήταν η διαφήμισή σας…;

Η πολύ ακριβή, αλλά και εξαιρετική διαφήμισή μου.

Το πιο ακριβό φόρεμα που έχετε πουλήσει γενικότερα τότε;

Το έκανα με τη μητέρα μου, όλο στο χέρι και μάλιστα μπορώ να σας πω ότι όταν πουλήθηκε και μέχρι να το παραδώσω, καθίσαμε και το φτιάξαμε ξανά σε αντίγραφο. Πάντα το πάθαινα αυτό, δεν ήθελα να τα αποχωρίζομαι και τα έραβα ξανά. Δεν θυμάμαι πόσα χρήματα πήρα, μπορώ όμως να σας πω ότι με αυτά αγόρασα ένα ολόκληρο σπίτι…

Ποιες ήταν οι πηγές έμπνευσής σας;

Η φύση και ο πολιτισμός μας. Πήγαινα στα βουνά της Μυκόνου και πάντρευα τα χρώματα και τα έκλεβα. Έκλεβα τη φύση, τι ωραίο να κλέβεις τη φύση… Εμπνεόμουν από τη Δήλο, τα αγάλματα, τα αγγεία, από την αρχαία ενδυματολογία. Ήμουν «κλέφτης» των προγόνων μας, του πολιτισμού μας. Η μόδα μου ήταν ανεπιτήδευτη. Είχα καταργήσει ό,τι περιττό, δέρματα, φερμουάρ, κουμπιά. Η συλλογή μου εμπνεόταν, επίσης, κι από τις παραδοσιακές τοπικές φορεσιές.

Ποια η γνώμη σας και για τότε, αλλά και για σήμερα; Ντύνονται καλά οι Ελληνίδες;

Οι σικάτες Ελληνίδες ήταν και είναι οι πιο καλοντυμένες γυναίκες στον κόσμο.

Τι θα συμβουλεύατε τις γυναίκες για να ντύνονται κομψά και καλόγουστα;

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη συμβουλή. Εξαρτάται πού ζει, τι δουλειά κάνει, ποια είναι η καταγωγή της… παίζουν πολλά ρόλο. Δεν είναι εύκολη μια τέτοια συμβουλή. Η απλότης, όμως, είναι μεγαλείο! Γιατί δεν κάνεις και λάθη… Όσο πιο απλά ντυμένη είναι μια γυναίκα, τόσο πιο λίγα λάθη κάνει.

Η μετακόμιση στη Ραφήνα

Πώς, πότε και γιατί ήρθατε στη Ραφήνα;

Ήταν μια εποχή, πριν από περίπου τριάντα χρόνια, αρχές του ’90, που αποφάσισα να φτιάξω αυτό το σπίτι. Είχα τότε έναν κύκλο φίλων που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Μου έλεγαν «τι θέλεις στο Κεφαλάρι, έλα εδώ που θα ‘σαι δίπλα στη θάλασσα».

Αυτός που με «έφαγε» να έρθω εδώ κατά κύριο λόγο ήταν ο Αλέξανδρος Καραμανλής, αδελφός του Κωνσταντίνου. Αλλά, με τα καλύτερα λόγια για τη Ραφήνα μου μιλούσαν ο Νικολόπουλος που είχε το «Έθνος», ο Ουμπέρτο Οντόνι, ο ανιψιός του Εμπειρίκου ο Μαρής, η Έλλη Μπότση, ο διευθυντής της εφημερίδας «Ακρόπολη» Θεόφιλος Βουτσινάς, ο Ποταμιάνος ο εφοπλιστής και άλλοι φίλοι, σημαντικοί άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας. Όλοι αυτοί ήταν μια παρέα και με προέτρεψαν να έρθω στα μέρη τους.

Έκανα και το χατήρι και στις μαμάδες μου. Λόγω Μυκόνου, ήθελαν να ζουν και στην Αθήνα κοντά στη θάλασσα. Τους ήταν, επίσης, βολική η τοποθεσία, διότι από το λιμάνι μπορούσαν να φύγουν απευθείας και χωρίς ταλαιπωρία για τη Μύκονο.

Και έκτοτε ζείτε εδώ;

Όχι αποκλειστικά εδώ. Μοιράζω τη διαμονή μου ζώντας έξι μήνες στη Μύκονο, πέντε στη Ραφήνα και από 15 ημέρες σε Κηφισιά και Πλάκα. Πρέπει να σας πω ότι είμαι ένα είδος «τυχοδιώκτη». Όταν βαρεθώ ένα σπίτι, μετακομίζω σε άλλο. Μέχρι στιγμής έχω κάνει 56 μετακομίσεις.

Και πώς τα φέρνετε πέρα με τον ΕΝΦΙΑ και την κρίση;

Όσο αντέξω… Πούλησα πρόσφατα ένα κτήριο που είχα και μου απέφερε ένα αξιοσέβαστο ποσό…

«Ο χώρος προσφέρεται δωρεάν σε καλλιτέχνες»

Ο Γιάννης Γαλάτης μάς έδωσε την εντύπωση ενός χορτάτου από εμπειρίες ανθρώπου που αγαπά να προσφέρει. Συνεχίζει στα 72 του χρόνια να δημιουργεί, να παραμένει έφηβος και να κάνει σχέδια για το μέλλον. Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε, όπως λέει, στην πρώτη του αγάπη, τη ζωγραφική. Δηλώνει πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις του με όσους νέους καλλιτέχνες απευθυνθούν σε αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η επιγραφή που δεσπόζει στην είσοδο του σπιτιού του «Ο χώρος προσφέρεται δωρεάν σε καλλιτέχνες»…

Σχολιάστε !