Η σεισμική δραστηριότητα που παρατηρήθηκε πρόσφατα στην περιοχή, προκάλεσε, όπως είναι φυσικό, έντονη ανησυχία στους κατοίκους, παρά την απουσία εκδήλωσης κάποιου ισχυρού σεισμού.

Το ερώτημα αν κινδυνεύουμε από ενδεχόμενη πιο «απειλητική» επίσκεψη του Εγκέλαδου δημιουργήθηκε εύλογα και έμπειροι σεισμολόγοι έσπευσαν να καθησυχάσουν τους πολίτες, τονίζοντας σε Μέσα Ενημέρωσης ότι το σενάριο εκδήλωσης ισχυρού σεισμού στην περιοχή δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες.

Ισχύει, όμως, αυτό ή απλώς κρίθηκε σκόπιμο να μην τρομάξουν οι πολίτες; Είναι σωστή η πιθανή εγκατάσταση του ΧΥΤΑ στο Γραμματικό; Υπάρχει ρήγμα που μπορεί να επηρεάσει την κατασκευή;

Πάνω σε αυτά τα ζητήματα κλήθηκαν να μάς διαφωτίσουν δύο επιστήμονες, οι οποίοι καταθέτουν τις απόψεις τους στη Marathon Press, με γνώμονα τις γνώσεις και την εμπειρία τους.

Κωνσταντίνος Σπυράκος: Σεισμοί μικρής έντασης, αλλά προσοχή στα προβληματικά κτίρια

O Καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας, Κωνσταντίνος Σπυράκος, τονίζει αρχικά ότι «η περιοχή σας είναι μια περιοχή όπου παρουσιάζεται σεισμική δραστηριότητα, αλλά συνήθως με μικρότερης έντασης σεισμούς, όχι σαν τον πρόσφατο των 4,1R».

Ακούσαμε ότι είναι καλό να γίνονται τέτοιοι, μικρής ισχύος σεισμοί, ώστε να εκτονώνεται η συσσωρευμένη ενέργεια στο ρήγμα. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Αυτοί οι μικροί σεισμοί δεν εκτονώνουν έναν ισχυρό σεισμό. Εάν το ρήγμα μπορεί να δώσει έναν σεισμό της τάξης των 6,2R, για παράδειγμα, χρειάζονται ισοδύναμα 2000 σεισμοί των 4R για να εκτονωθεί. Με αυτή την αναλογία είναι ισοδύναμη η ενέργεια.
Πάντως ένας σεισμός της τάξης των 4,5R, με επίκεντρο κοντά στο κέντρο μιας πόλης, μπορεί να δημιουργήσει βλάβες σε κτίρια. Και στην περιοχή σας υπάρχουν παλιά κτίρια, πέτρινα κλπ, όπως το εργοστάσιο της Πορσελάνης στη Νέα Μάκρη. Τέτοιες κατασκευές είναι ιδιαίτερα τρωτές στους σεισμούς και ενδεχομένως, σε μεγαλύτερο σεισμό να παρουσίαζαν πρόβλημα.

Πόσο συχνοί μπορεί να είναι αυτοί οι σεισμοί; Το ρωτάμε αυτό γιατί είχαμε χρόνια να ζήσουμε τόσο έντονη σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή.

Αυτό δεν το γνωρίζει κανείς. Η καλύτερη αντιμετώπιση πάντα είναι η λήψη μέτρων, η πρόληψη. Είναι πολύ σημαντικό ο Δήμος να προχωρήσει στον έλεγχο δομικής τρωτότητας των δημοσίων κτιρίων και αντίστοιχα η Περιφέρεια.

Επιπλέον, οι πολίτες που έχουν κατασκευές είτε από λιθοδομή είτε από οπλισμένο σκυρόδεμα προ του 1985, μένουν σε πολυκατοικία με πυλωτή ή πολύ κοντά στη θάλασσα, να τις εξετάσουν οπωσδήποτε με τη βοήθεια πολιτικού μηχανικού.

Και τέλος, όσοι έχουν αυθαίρετες κατασκευές, να προχωρήσουν στην τακτοποίησή τους και ιδιαίτερα εκείνοι για τους οποίους απαιτείται έλεγχος στατικής επάρκειας. Με αυτό τον τρόπο θα ελεγχθούν τυχόν προβλήματα, άμεσα. Η προθεσμία είναι μία πενταετία. Είναι ευκαιρία, αφού θα τον κάνουν που θα τον κάνουν τον έλεγχο, να τον κάνουν σύντομα.

Για τη χωροθέτηση του ΧΥΤΑ στο Γραμματικό, τι γνώμη έχετε;

Για να γίνει ΧΥΤΑ σε οποιαδήποτε περιοχή, πρέπει να ληφθεί υπόψιν η σεισμικότητά της. Ειδικά αν είναι πάνω από κάποιο ρήγμα ή αν βρίσκεται κοντά σε ρήγμα. Πρέπει να προηγηθεί, λοιπόν, μία γεωλογική-σεισμολογική μελέτη, έτσι ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αστοχίας που μπορεί να έχει ο ΧΥΤΑ.

Για την επιλογή κάθε θέσης χωροθέτησης πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψιν και η σεισμολογική παράμετρος. Επειδή, όμως, δεν γνωρίζω ποιες μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί για το συγκεκριμένο έργο στο Γραμματικό, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη.

Ιωάννης Παπανικολάου: Η κατασκευή ΧΥΤΑ ανοίγει τον δρόμο στη μεταφορά ρύπων μέσω των ρηγμάτων

Ο Καθηγητής Γεωλογίας, κ. Ιωάννης Παπανικολάου τονίζει, με τη σειρά του, στη Marathon Press, ότι η μόνη πραγματική απειλή για την περιοχή είναι το ρήγμα του Διονύσου, το οποίο, όμως, δίνει σεισμούς κάθε πέντε με έξι χιλιάδες χρόνια. Εξηγεί, ωστόσο, ότι ρήγματα υπάρχουν και ενδεχόμενη κατασκευή ΧΥΤΑ στο Γραμματικό μπορεί να προκαλέσει άλλης μορφής προβλήματα.

Ποια είναι η άποψή σας για τα ενεργά ρήγματα της Αττικής, αλλά και της περιοχής μας ειδικότερα;

Όσον αφορά στα ρήγματα εντός της Αττικής, ξέρουμε ότι η Ανατολική Αττική έχει λιγότερα σε αριθμό, σε σχέση με τη Δυτική Αττική, αυτά έχουν μικρότερο δυναμικό, δίνουν, δηλαδή, μικρότερης έντασης σεισμούς. Επίσης, τα ρήγματα έχουν χαμηλότερους ρυθμούς επανάληψης, κάτι που σημαίνει ότι δίνουν σπανιότερα σεισμούς. Το όριο που χωρίζει τις δυο αυτές περιοχές είναι χονδρικά η Εθνική Οδός Αθηνών-Λαμίας. Ειδικά στην περιοχή του Μαραθώνα εως και τη Ραφήνα και πέριξ του θαλάσσιου χώρου, είναι γνωστή η μικροσεισμικότητα που παρατηρείται όπου δραστηριοποιούνται κάποια ρήγματα μικρού δυναμικού.

Το μοναδικό ρήγμα που μπορεί να επηρεάσει την περιοχή με κάποιο σχετικά μέσο μέγεθος σεισμού, που δεν ξεπερνάει τα 6.5R, βρίσκεται στην περιοχή της Πεντέλης/Διονύσου, όμως, κατά τις εκτιμήσεις μας, δίνει σπάνια σεισμούς και συγκεκριμένα κάθε 5 με 6 χιλιάδες χρόνια. Οι υπόλοιπες δομές, όπως του Ωρωπού και των Αφιδνών, βρίσκονται αρκετά μακριά και δεν αναμένεται να επηρεάσουν την περιοχή του Μαραθώνα σε σημαντικό βαθμό.

Σχεδιάζεται η δημιουργία ΧΥΤΑ στο Γραμματικό. Πώς θα σχολιάζατε την επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής;

Όσον αφορά στην περιοχή του Γραμματικού και την ευρύτερη περιοχή του ΧΥΤΑ ρήγμα ενεργό, δηλαδή ρήγμα που μπορεί να δώσει μελλοντικό σημαντικό σεισμό στη συγκεκριμένη θέση, δεν γνωρίζουμε να υπάρχει.

Από εκεί και πέρα, ρήγματα υπάρχουν. Το ότι είναι ανενεργά, όμως, δε σημαίνει ότι η ύπαρξή τους δεν είναι σημαντική. Γιατί, για να το πω απλά, η παρουσία ρηγμάτων μπορεί να αποτελεί μία δίοδο, η οποία μπορεί να «μεταφέρει» ρύπους, πόσω μάλλον αν στην περιοχή κατασκευαστεί ΧΥΤΑ…

Η θέση στο Γραμματικό θεωρητικά έχει πλεονεκτήματα ως προς τη γεωλογία. Τα γεωλογικά στρώματα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή οι σχιστόλιθοι, είναι αδιαπέρατα σε μεγάλο βαθμό. Επειδή, όμως, σε διάφορες θέσεις είναι τεκτονισμένα και παραμορφωμένα, δεν είναι και εντελώς αδιαπέρατα, όπως ενδεχομένως κάποιοι φαντάζονται. Κάτι τέτοιο, όπως και την περίπτωση των ρηγμάτων, φαντάζομαι ότι θα τα έχει εξετάσει η αντίστοιχη μελέτη…

Ποια είναι γενικότερα η θέση σας για τον ΧΥΤΑ; Υπάρχουν θέματα πέρα από τα ρήγματα;

Κατά τη γνώμη μου τα πιο σημαντικά θέματα στην περιοχή είναι τρία. Πρώτον, ότι η περιοχή είναι από τις λίγες παρθένες στην Αττική και την φορτώνουμε με έναν ΧΥΤΑ και μια συνεχή κυκλοφορία φορτηγών και κίνηση μηχανημάτων. Δεύτερον, ότι αναφερόμαστε όλοι σε περιβαλλοντικό αποτύπωμα και πολιτικές μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και από την άλλη το πλάνο είναι να μεταφέρουμε, καθημερινά, σκουπίδια με φορτηγά από το επίπεδο της θάλασσας και από τα χαμηλά υψόμετρα στα 400 και 450 μ., υψόμετρο που βρίσκεται ο ΧΥΤΑ.

Τρίτον, εάν πάει κάτι στραβά, δεδομένου ότι το ελληνικό κράτος διαχρονικά δείχνει τις αδυναμίες του, γι’ αυτό και υπάρχει πάντα δυσπιστία από τους πολίτες, θα κινδυνεύσουν οι δυο από τις πιο καθαρές και παρθένες παραλίες της Αττικής, το Σέσι και η παραλία Βαρνάβα. Θα ήταν ευχής έργον να μπορούσε να βρεθεί άλλος τρόπος αλλά δεν έχω πλήρη εικόνα των επιλογών και των δυνατοτήτων που υπάρχουν.

Who is who?

O Καθηγητής Κωνσταντίνος Σπυράκος έλαβε το Δίπλωμα της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και ακολούθως πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές (M.Sc.), στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα στις ΗΠΑ. Αναγορεύθηκε Διδάκτωρ (Ph.D.), Δομοστατικού Μηχανικού της ίδιας Σχολής.

Υπήρξε καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του W. Virginia University μέχρι το 1996, όταν και επέστρεψε στην Ελλάδα για να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ.

Από το 2007 είναι Διευθυντής του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, εκ των κορυφαίων στον κόσμο, με εξειδίκευση σε θέματα αντισεισμικού σχεδιασμού και προστασίας των κατασκευών.

Έχει ιδιαίτερη εξειδίκευση στην ανάλυση και τον σχεδιασμό κατασκευών με έμφαση σε πρακτικά προβλήματα των κατασκευών σε σεισμό, αξιολόγηση της συμπεριφοράς υφιστάμενων κατασκευών, επεμβάσεις για την ενίσχυση των κατασκευών, καθώς και εκτίμηση σεισμικού κινδύνου.

Ο Καθηγητής Ιωάννης Παπανικολάου έλαβε πτυχίο Γεωλογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1998 με βαθμό «ΑΡΙΣΤΑ» και διδακτορικό από το «Τμήμα Επιστημών της Γης» του University College London (UCL).

Είναι μέλος του Κέντρου Έρευνας Φυσικών Καταστροφών του UCL από το 2000 έως και σήμερα, ενώ έχει διατελέσει μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2005-2007) και Λέκτορας στο Εργαστήριο Ορυκτολογίας-Γεωλογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (2007- 2011).

Τον Ιούλιο του 2009 έλαβε θέση Επίκουρου Καθηγητή στο Εργαστήριο
Ορυκτολογίας-Γεωλογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στο γνωστικό αντικείμενο «Γενική και Περιβαλλοντική Γεωλογία».

Αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών (European Geosciences Union-E.G.U), της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικών (American Geophysical Union-A.G.U.), του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και του Συλλόγου Ελλήνων Γεωλόγων.

Σχολιάστε !