Βερολίνο, Γερμανία. 11 Νοεμβρίου 1989, την επόμενη της πτώσης του Τείχους.
Η τελευταία φωτογραφία που τράβηξε ο Κωνσταντίνος Πίττας.

Ένας σημαντικός φωτογράφος, ο Κωνσταντίνος Πίττας, έρχεται την Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο Ραφήνας, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων που διοργανώνει ο Δήμος Ραφήνας-Πικερμίου. Είναι ένας φωτογράφος, του οποίου το έργο έγινε γνωστό και έτυχε μεγάλης αποδοχής, μόλις τα τρία τελευταία χρόνια.

Κωνσταντίνος Πίττας

Όμως, η φωτογραφική του πορεία ξεκίνησε 25 χρόνια πριν, όταν, νεαρός και αυτοδίδακτος φωτογράφος τότε, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα μοναχικό και δύσκολο ταξίδι για να απαθανατίσει με τον φακό του την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν είτε στη δυτική Ευρώπη είτε στις χώρες του τότε Ανατολικού Μπλοκ. Η δουλειά του εστιάζει στο ανθρώπινο πρόσωπο, στη μελαγχολία, αλλά και στη γοητεία που εκπέμπουν οι μοναχικές φιγούρες που, ενώ μοιάζουν εγκλωβισμένες στο αστικό βιομηχανικό τοπίο της σύγχρονης μεταπολεμικής Ευρώπης, καταφέρνουν να κυριαρχούν στην εικόνα, αποπνέοντας μια αξιοπρέπεια και έναν ευρωπαϊκό αέρα πολιτισμού. Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που κάνει το έργο του να ξεχωρίζει και, χωρίς υπερβολή, τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγάλους σύγχρονους κλασικούς ευρωπαίους φωτογράφους του 20ου αιώνα.

Ο Κωνσταντίνος Πίττας είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Χωρίς καμία διάθεση αυτοπροβολής, ευγενικός και σεμνός, προτιμά να μιλά μόνο μέσα από το έργο του. Παρόλα αυτά, τον πείσαμε να παραχωρήσει μια συνέντευξη στη Marathon Press, προκειμένου να γνωρίσουμε τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από τον φωτογραφικό φακό και ο οποίος, μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει την περιοχή μας για μόνιμη κατοικία του.

 

Κύριε Πίττα, στα δύο λευκώματά σας, που έχουν κυκλοφορήσει, περιλαμβάνονται φωτογραφίες που έχουν τραβηχτεί την περίοδο από το 1984 έως το 1989. Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε τότε να ασχοληθείτε με τη φωτογραφία;

Ήταν καθαρά μια εσωτερική ανάγκη σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Το 1984 ήμουν ένας νεαρός απόφοιτος του Πολυτεχνείου, που ασφυκτιούσε ήδη με τη δουλειά του μηχανικού που είχε ξεκινήσει. Συνειδητοποίησα ότι είχα πάρει τη ζωή μου λάθος και ήθελα να βρω τον εαυτό μου. Άρχισα τότε να φωτογραφίζω με πάθος κι αυτό κράτησε έξι χρόνια.

Και ξαφνικά το ‘89 τα παρατάτε. Ο λόγος που το κάνατε και η συνέχεια έχουν πολύ ενδιαφέρον.

Πράγματι, σταμάτησα να φωτογραφίζω στις 11 Νοέμβριου 1989, την επομένη της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου. Ήμουν στο Βερολίνο εκείνη την ιστορική μέρα. Φωτογράφιζα επί πέντε χρόνια ήδη όλη την Ευρώπη, από την Πορτογαλία ως την Πολωνία, ταξιδεύοντας μ’ ένα σαραβαλάκι ελληνικής κατασκευής, το θρυλικό Pony για όποιον το θυμάται, με ελάχιστα χρήματα και σταματώντας στα πάρκινγκ των αυτοκινητοδρόμων για ύπνο. Όλα αυτά από ένα μεγάλο πάθος, έναν έρωτα για την Ευρώπη, για τους ανθρώπους της. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, στο Βερολίνο ένιωσα ότι το νεανικό τρελό μου σχέδιο, να φωτογραφίσω όλη την Ευρώπη -τη διαιρεμένη στα δύο τότε- και από τις δύο μεριές του Τείχους και να τη δείξω σαν μια ενωμένη ήπειρο, κάτι αδιανόητο για την εποχή, δεν είχε λόγο ύπαρξης πια. Η Ιστορία με είχε ξεπεράσει, η Ευρώπη ενωνόταν πια μπροστά στα μάτια μου. Τα παρατάω, λοιπόν, και επιστρέφω στην Ελλάδα, «θάβω» τη δουλειά μου και δεν την έδειξα σε κανέναν για 25 χρόνια, μέχρι το 2014 που από μια σύμπτωση ξαναβρήκα τα φιλμ σε μια αποθήκη και βγήκε έτσι πάλι στο φως.

Βουκουρέστι, Ρουμανία, 1986.

Και από το ‘14 τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους…

Ναι, άρχισα τότε να ανεβάζω φωτογραφίες στο facebook, όπου η υποδοχή τους ήταν ανέλπιστα θερμή. Το 2015 έβγαλα το πρώτο λεύκωμα, τις «Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης», που πήγε πολύ καλά και το 2016 ήλθε η μεγάλη ομότιτλη έκθεσή μου στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. 150 φωτογραφίες από 17 χώρες, σε μια αίθουσα 600 τετραγωνικών, με μεγάλη δημοσιότητα.

Στις φωτογραφίες σας αποτυπώνεται η ατμόσφαιρα μιας εποχής, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, που φαντάζει σήμερα πολύ μακρινή. Ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα που σας τράβηξαν το ενδιαφέρον;

Το χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής, και στην Αθήνα και σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, ήταν μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, κλειστοφοβική και μουντή. Ο Ψυχρός Πόλεμος, που καθόρισε τη ζωή της Ευρώπης επί 40 χρόνια ακόμα, καθόριζε τη ζωή όχι μόνο των Ανατολικοευρωπαίων, αλλά και των Δυτικών. Αυτό δημιουργούσε μία μοναδική ατμόσφαιρα, που χάθηκε μετά το ’89. Αυτή την ατμόσφαιρα έβλεπα, αυτή μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ. Αλλά κάτω από την πρόσκαιρη, εν τέλει, διχοτόμηση, εγώ έβλεπα τη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.

Γκρατς, Αυστρία, 1986.

Την περίοδο της φωτογράφισης, η Ευρώπη ήταν διχασμένη και μάλιστα στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, λόγω του καθεστώτος, οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Πώς καταφέρατε να φωτογραφίσετε σ’ ένα τόσο καχύποπτο και επικίνδυνο περιβάλλον;

Τι να σας πω; Απορώ και ‘γω τώρα (γέλια). Είχα άγνοια κινδύνου ίσως, και μια μικρή μηχανή. Περνούσα σχετικά απαρατήρητος. Παρ’ όλα αυτά, με συνέλαβαν δύο φορές στο Ανατολικό Μπλοκ, τη μία φορά με κράτησαν κάποιες μέρες και μου κατέσχεσαν τη δουλειά μιας ολόκληρης χρονιάς.

Στις φωτογραφίες σας απεικονίζονται άνθρωποι, ανεξαρτήτως ηλικίας και εθνικότητας, που αντιμετωπίζουν τον φωτογραφικό φακό με αθωότητα. Αν ξανακάνατε το ίδιο ταξίδι σήμερα, θεωρείτε ότι η στάση των ανθρώπων θα ήταν το ίδιο αθώα;

Η φωτογραφία δεν ήταν πολύ διαδεδομένη τότε, με τη σημερινή έννοια όπου όλοι διαρκώς πυροβολούν -δε φωτογραφίζουν- τους πάντες με ένα κινητό. Και οι φωτογράφοι γυρνούν με μεγάλες μηχανές και με επιθετικό τρόπο τα σαρώνουν όλα. Ο κόσμος γίνεται επιθετικός, όταν καταλάβει στον δρόμο ότι τον φωτογραφίζεις έτσι. Η αθωότητα έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό. Πρέπει, λοιπόν, να είσαι διακριτικός μέχρις υπερβολής. Αόρατος θα ‘λεγα, να μην κλέβεις την εικόνα του άλλου, να μην την εκβιάζεις. Μόνον έτσι θα δεις πραγματικά και θα βγάλεις κάτι αξιόλογο.

Ζάππειο, Αθήνα, 1984.

Οι φωτογραφίες σας τραβήχτηκαν, όπως είπατε, με μια απλή, μικρή φωτογραφική μηχανή. Κι όμως το αποτέλεσμα ήταν να παραχθούν φωτογραφίες υψηλής αισθητικής. Θεωρείτε ότι η σημερινή τεχνολογία, οι σύγχρονες μέθοδοι επεξεργασίας, καθώς και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (instagram κλπ), διευκολύνουν και εξελίσσουν την τέχνη της φωτογραφίας, δημιουργώντας νέες φωτογραφικές τάσεις, ή απλώς αποπροσανατολίζουν τους θεατές και τους απομακρύνουν από τη γνήσια φωτογραφική τέχνη;

Η μηχανή και η τεχνική δεν έχουν καμία απολύτως σημασία. Σημασία έχει αυτό που θα δεις, αν δεις κάτι. Με μια απλούστατη μηχανή μπορείς πια να βγάλεις εξαιρετικές φωτογραφίες. Όλα τα άλλα είναι γιατί πρέπει να ζήσουν και οι έμποροι και για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα. Η φωτογραφική μηχανή είναι ένα εργαλείο, ένα κατσαβίδι ας πούμε. Αν, αντί να βιδώνεις, ασχολείσαι με το κατσαβίδι σου, δε θα κάνεις έτσι δουλειά! (γέλια)

Την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου, σας περιμένουμε στο Πνευματικό Κέντρο Ραφήνας.

Ναι, στις 13 Οκτωβρίου, στις 8 το βράδυ, θα είμαι εκεί για να παρουσιάσω το δεύτερο λεύκωμα, που περιέχει τις πρώτες μου εικόνες, από την Αθήνα, απ’ όπου ξεκίνησα και όπου άρχισα να βλέπω. Είναι η Αθήνα, οι Αθηναίοι μάλλον, του 1984, στο μεταίχμιο της μεγάλης αλλαγής της χώρας μας που μας έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Θα μιλήσουμε με τη ζωγράφο, Τίτα Σταύρου, για φωτογραφία και για την εποχή σε Ελλάδα και Ευρώπη, και θα δείξω και φωτογραφίες και από το ευρωπαϊκό βιβλίο, που δεν είναι πια διαθέσιμο γιατί έχει εξαντληθεί.

Τα εξώφυλλα των δύο φωτογραφικών λευκωμάτων που κυκλοφόρησε ο Κωνσταντίνος Πίττας:

Από πού μπορούμε να προμηθευτούμε τη δουλειά σας;

Το αθηναϊκό βιβλίο, το «Αθήνα, πόλη των γυναικών», μπορείτε να το βρείτε στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, στο βιβλιοπωλείο «Μύθος» στη Νέα Μάκρη και, ηλεκτρονικά, μέσα από την ιστοσελίδα www.cpittas.com. Σας ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σας! Υπάρχει κάτι τελευταίο που θέλετε να προσθέσετε; Όλα αυτά, και η παλιά μου τρέλα και η τωρινή, και οι φωτογραφίες και τα βιβλία, έγιναν από αγάπη και μόνο για τους Ευρωπαίους και την Ευρώπη, την οικογένειά μας. Σας ευχαριστώ!

Ρουρ, Δυτική Γερμανία 1987.
Σχολιάστε !