Γράφει η Κυριακή Ι. Χαρδαλούμπα

Το 2018 μάς άφησε την πιο πικρή γεύση στο μυαλό, την καρδιά και το στόμα. Μια μοιραία χρονιά που σημάδεψε πολλούς από εμάς σαν καυτό σίδερο, και θα σημαδεύει για πάντα την ψυχή μας.

Φυσικά, αναφέρομαι στο πλήγμα που δέχθηκε η περιοχή μας και οι κάτοικοί της, τη Μαύρη Δευτέρα της 23ης Ιουλίου.

Ένας λαός που τα τελευταία δέκα χρόνια έχει υποστεί τα πάνδεινα με τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, ένας λαός που μετανάστευσε σωρηδόν, με την υψηλότερη ανεργία στην Ευρώπη και με όλα αυτά που υφιστάμεθα όλοι τόσο καιρό… και υπομένουμε.

Ένας λαός περήφανος και συνάμα στωικός, θα έλεγες, που έχει «καταπιεί» τόσα σκάνδαλα κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος, έμελλε να ζήσει κι αυτή την επίγεια Κόλαση! Να τον ρίξουν στην πυρά…

Τον Ιούλιο του 2018, η ανατροπή και η καταστροφή στη ζωή πολλών συνανθρώπων μας ήταν ολική. Οι εστίες, οι περιουσίες, τα όνειρα και πρωτίστως οι ζωές πολλών συνανθρώπων μας χάθηκαν για πάντα!

Σε ελάχιστο χρόνο, λόγω της έλλειψης έγκαιρης ειδοποίησης για την εγκατάλειψη των οικισμών, της παντελούς απουσίας μέσων διάσωσης σε στεριά και θάλασσα, δεκάδες ζωές χάθηκαν ανεπίτρεπτα.

Τι να αναφέρεις και ποιον να πρωτοθυμηθείς από τους φίλους, γνωστούς και συγγενείς μας που έφυγαν άδικα, αναίτια και με τον πιο φρικτό τρόπο εν καιρώ ειρήνης;

Τον Δημήτρη που ήταν μόλις 13 ετών; Τη Μαργαρίτα που κρατούσε στην αγκαλιά της το πρώτο και μοναδικό παιδάκι της; Την Ελισάβετ που ήταν ένα νέο κορίτσι με τόσα όνειρα και μια ζωή μπροστά της; Και πόσους ακόμη αθώους από τη λίστα του θανάτου;

Η Λίστα Λαγκάρντ έδωσε σκυτάλη σε μια άλλη λιστα, πιο τραγική. Τη λίστα θανάτου δεκάδων αθώων πολιτών, που πάλεψαν, αβοήθητοι «υπέρ βωμών και εστιών», με αποτέλεσμα να βρεθούν ημιθανείς ή νεκροί από θερμικά εγκαύματα, καθώς οι θερμοκρασίες που είχαν αναπτυχθεί ήταν μη συμβατές με την ανθρώπινη ζωή. Αλλά, βέβαια, αυτοί είναι πια νεκροί… Δεν έχουν φωνή να μιλήσουν. Τους κλείσαμε ερμητικά τα στόματα, για πάντα. Πολύ βολικό…

Και πίσω απ’ όλο αυτό, εμείς οι θρηνούντες συγγενείς που δεν μπορούμε να «καταπιούμε» τον άδικο χαμό των δικών μας ανθρώπων. Κανένα μνημόσυνο, καμία παρηγοριά δε χωράει και δεν επουλώνει τον αφόρητο πόνο για την απώλειά τους. Καμία δικαιολογία δεν υπάρχει, που να συνηγορεί στο πώς και γιατί έφυγαν τόσοι άνθρωποι, γιατί κάηκαν ζωντανοί και αβοήθητοι.

Αν όλοι αυτοί οι ανευθυνοϋπεύθυνοι που εμπλέκονται σε αυτό το μαζικό έγκλημα έχουν λίγο φιλότιμο, αν γνωρίζουν την ερμηνεία της λέξης αυτής, να φύγουν από αυτόν τον τόπο. Να κρυφτούν στα τάρταρα, εκεί που οδήγησαν τους αθώους, ως πρόβατα επί σφαγή!
Αυτοί που στέρησαν παιδιά από τους γονείς τους, άνδρες από τις συζύγους τους, μητέρες από τα ορφανά παιδιά τους, να τιμωρηθούν!

Ξεκλήρισαν δεκάδες οικογένειες και κυκλοφορούν χωρίς τύψη και αιδώ, σφυρίζοντας αδιάφορα. Ντροπή! Πετούν το μπαλάκι των ευθυνών ο ένας στον άλλον.

Οι ψυχές των αδικοχαμένων θα τους κυνηγούν αιώνια, σαν πιστές Ερινύες. Μοίρασαν έρεβος, πίκρα και όλεθρο. Όμως, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες.

Οψόμεθα και περιμένουμε διακαώς τη δικαίωσή μας μέσω της απόδοσης ευθυνών.