Ήταν ένας ζεστός Ιούνιος, το μακρινό 1952. Είχε αρχίσει η δεκαετία της ανασυγκρότησης για την πατρίδα μας, ύστερα από τη μαύρη δεκαετία των πέτρινων χρόνων, των πολέμων, της κατοχής και του συμμοριτοπόλεμου, όπως μας τον έλεγαν τότε και εμφυλίου, όπως τον λένε σήμερα.

Τελευταία ημέρα του σχολικού έτους και πήγαινα στην πέμπτη τάξη του οκτατάξιου, σημερινή Γ’ Γυμνασίου.

Είχαμε δώσει το τελευταίο μάθημα στους διαγωνισμούς του Β’ Εξαμήνου και στο Γυμνάσιο Μαραθώνος κυριαρχούσαν οι τρέλες. Σπάγαμε τα μελανοδοχεία και τους κονδυλοφόρους, σκίζαμε τα βιβλία, έτσι από παιδικές αντιδράσεις.

Ξαφνικά ακούμε πατριωτικά εμβατήρια. Τρέχουμε όλοι προς τη Μαραθώνος, όπου αντικρίζουμε στρατιωτικό τμήμα να παρελαύνει επί της λεωφόρου προς τον κεντρικό δρόμο του χωριού, αποτελούμενο από ένα τάγμα πεζικού με τα όπλα επ’ ώμου, τέσσερις λόχους και μία φάλαγγα αυτοκινήτων GMC η οποία τελείωνε με ένα μεγάλο καμιόνι, έχοντας φορτωμένα έξι μουλάρια άλογα του ουλαμού του τάγματος. Μπροστά ο σημαιοφόρος με τους παραστάτες.

Το παρελαύνον τάγμα αποθεώνεται από τους κατοίκους του χωριού. Ο χρόνος ήταν νωπός ύστερα από τον εμφύλιο σπαραγμό και η εθνικοφροσύνη καλά κρατούσε.

Τους ακολουθήσαμε κι εμείς μέχρι την κεντρική πλατεία κι εκεί, στη Στήλη Ηρώων, τους ανέμενε ο κοινοτάρχης Τάκης Παπαστάμου, όπου ο Διοικητής του 516 Πεδινού Τάγματος κατέθεσε στεφάνι και διμοιρία από το τάγμα απέδωσε τιμές στους νεκρούς ήρωες του Μαραθώνα.

Στη συνέχεια αποχώρησαν κατευθυνόμενοι προς τη Λεωφ. Γραμματικού, όπου στρατοπέδευσαν μετά τον οικοδομικό ιστό του χωριού. Αφού αποψίλωσαν τον χώρο, οριοθέτησαν τον καταυλισμό ασπρίζοντας τις πέτρες και έστησαν μεγάλα αντίσκηνα, διοικητήριο, σκηνές αξιωματικών κι οπλιτών, ύψωσαν την ελληνική σημαία, δημιούργησαν σκοπιές και κεντρική πύλη. Όλα την πρώτη ημέρα της αφίξεως. Την πρώτη βραδιά επικρατούσε ησυχία και ακούστηκε 3-4 φορές μόνο η σάλπιγγα του στρατοπέδου.

Σκοπός της αφίξεως του τάγματος ήταν να λάβει μέρος σε άσκηση μαζί με τη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων που ήρθε τη δεύτερη ημέρα. Η παραμονή τους κι η διάρκεια των ασκήσεων θα ήταν έξι εβδομάδες.

Η άσκηση αυτή αφορούσε στους τριτοετείς Ευέλπιδες που θα λάμβαναν μέρος με πραγματικά πυρά, προκειμένου να πάρουν το άστρο του Ανθυπολοχαγού και να ακολουθήσουν τη στρατιωτική τους καριέρα.

Η επόμενη μέρα

Τη δεύτερη ημέρα ήρθαν κατά τις 10 το πρωί έξω από το πατρικό καφενείο μας (εκεί που ήταν η «Βρύση του Γιάγκου», όπως την έλεγαν, όπου είχε μια τεράστια γούρνα που πότιζαν οι Μαραθωνίτες τα ζώα τους) έξι μουλάρια που τα συνόδευαν ισάριθμοι στρατιώτες, οι «μουλαράδες» όπως τους έλεγαν.

Λόγω της παιδικής μου περιέργειας ζύγωσα πολύ κοντά κι ένας στρατιώτης συνοδός με υποδέχθηκε και με καλημέρισε.

Με ρώτησε πώς με λένε, του αποκρίθηκα «Στέλιο», μου δίνει το χέρι του και με χαιρετά και μου συστήνεται «και εμένα Στέλιο με λένε».

Μου έκανε εντύπωση η όλη συμπεριφορά του, το ντύσιμό του. Αν και φορούσε ρούχα αγγαρείας, ήταν περιποιημένος και εμφανίσιμος, είχε ρολόι χειρός -σπάνιο την εποχή εκείνη να φοράνε οι νέοι ρολόι- και στο άλλο χέρι ασημένια ταυτότητα, το πρόσωπό του ήταν λαμπερό και πρόδιδε ύφος νέου από αστική περιοχή. Το ίδιο κι οι συνάδελφοί του. Όπως έμαθα αργότερα, είχαν καταταγεί στο ΚΕΝ Τριπόλεως κι επειδή ήταν παιδιά αριστερών γονέων, έσερναν το στίγμα και τους είχαν στο περιθώριο.

Μετά τη βασική εκπαίδευση τούς τοποθέτησαν στη Μακρόνησο, επειδή δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας ώστε να αποκηρύξουν την Αριστερά. Ωστόσο, η κυβέρνηση Πλαστήρα με Βενιζέλο και Παπανδρέου κατήργησε τα κάτεργα της Μακρονήσου και τους κρατουμένους τούς μετέθεσαν σε διάφορες μονάδες με περιθωριακές ειδικότητες, όπως τους απλούς τυφεκιοφόρους και τους μουλαράδες, σαν τους στρατιώτες που συνόδευαν τα ζώα στη γραφική βρύση του «Γιάγκου».

Η συζήτηση με τον Στέλιο συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια που τα ζώα έπιναν νερό.

– Είσαι εδώ στο καφενείο;

Αποκρίθηκα θετικά.

– Τι σερβίρετε;

– Ούζο, μπύρες, κρασί με εξαιρετικές ποικιλίες.

– Έχετε πικ-απ;

– Βέβαια έχουμε.

– Έχετε νέα τραγούδια, νέες πλάκες;

Εννοούσε δίσκους γραμμοφώνου, όπως έλεγαν τότε τις πλάκες των 78 στροφών

– Για πες ένα τραγούδι…

– «Σε διώξαν από την Κοκκινιά» που τραγουδάει ο Πρόδρομος Τσαουσάκης με τη Ρένα Στάμου», του απάντησα.

Ενθουσιάστηκε και μου λέει «το βράδυ έχουμε έξοδο, να μας κρατήσεις ένα τραπέζι και θα έρθουμε με τους συναδέλφους να ακούσουμε ωραία τραγούδια».

Αποχώρησαν προς τον καταυλισμό κι εγώ ενημέρωσα τη μακαρίτισσα τη μάνα μου ότι το βράδυ θα έχουμε δουλειά με εξοδούχους στρατιώτες.

Άρχισε να ετοιμάζεται ποικιλία μεζέδων, ειδοποιήσαμε και τους δύο σερβιτόρους και είχαμε από νωρίς οργανώσει τον αύλειο χώρο του καφενείου. Καταβρέξαμε, στρώσαμε τα τραπεζοκαθίσματα και περιμέναμε να έρθουν οι στρατιώτες. Έτσι, το απόγευμα ο κεντρικός δρόμος, η Λεωφ. Μαραθώνος, τα δέκα καφενεία κι οι ισάριθμες ταβέρνες και χασαποταβέρνες πήραν χακί χρώμα. Όλες οι επόμενες βραδιές κύλησαν ευχάριστα με τους στρατιώτες να πίνουν και να χορεύουν.

Από την αυξημένη καθημερινή κίνηση, η τοπική αγορά «στέρεψε» από προμήθειες κι έτσι η μακαρίτισσα η μάνα μου, μου ετοίμασε μια μακρά λίστα για να πάω για ψώνια στην Αθήνα.

Το βράδυ φύγαμε με τα φορτηγά που έκαναν μεταφορές «Μαραθώνα-Αθήνα-Μαραθώνα» και το πρωί βρεθήκαμε στη Βαρβάκειο, παρέα με έναν μεγαλύτερό μου ηλικιακά που τον είχαμε σερβιτόρο.

Ο Στέλιος της βρύσης…

Όλο το πρωινό το περάσαμε εκεί στην Αθηνάς και γύρω από τη Βαρβάκειο. Για το τέλος άφησα να πάρω με το χαρτζιλίκι μου από τα φιλοδωρήματα 3-4 πλάκες από νεότερα σουξέ που είχαν κυκλοφορήσει. Τότε κυριαρχούσαν τα τραγούδια των Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη με τις Μαρίκα Νίνου, Σωτηρία Μπέλλου και την ανερχόμενη και εκρηκτική Καίτη Γκρέυ.

Το προβάδισμα είχε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης με τη Ρένα Στάμου, ένα δίδυμο επιτυχιών που κυριαρχούσαν στη δισκογραφία, μαζί με τον Απόστολο Καλδάρα με το συγκρότημά του, τον Τζουανάκο, τον Τατασόπουλο, τον Κώστα Καπλάνη, τον Γιώργο Λαύκα, τον Γεράσιμο Κλουβάτο. Από αυτούς τους εκτελεστές διάλεξα έξι πλάκες γραμμοφώνου 78 στροφών, όπως τις έλεγαν. Ακριβές στην τιμή, καθώς είχε η καθεμία 30 δρχ. όσο δηλαδή το μεροκάματο του εργάτη εκείνη την εποχή. Βιαζόμουν να φύγω από το δισκάδικο του Στάθη Παπαϊωάννου και του ζήτησα να μου δώσει ένα κουτί να τις τοποθετήσω για να τις προστατεύσω από τη ζέστη.

Την ώρα αυτή μπαίνει στο δισκάδικο ένας γνώριμός μου, προερχόμενος από την εταιρεία COLUMBIA, ο οποίος έφερε ακόμα δύο κουτιά. Στα καπάκια των κουτιών αυτών υπήρχε από μία πλάκα κι ο Στάθης μου έκανε τη μία δώρο, ένεκα της αγοράς που είχα κάνει. Η λευκή ετικέτα έγραφε τον τίτλο του τραγουδιού με στιχουργό τον πολύ γνωστό Απόστολο Καλδάρα, κι ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη, άγνωστο σε μένα αλλά και γενικότερα. Καθώς έφευγα, μονολογούσα ότι γι’ αυτό ο Στάθης μου τη δώρισε, διότι αυτόν τον τραγουδιστή δεν τον γνωρίζει κανείς…

Έφτασα στο χωριό, τακτοποιήσαμε τα ψώνια και περίμενα το βράδυ που θα ερχόταν το ηλεκτρικό να ακούσω για δεύτερη φορά τις πλάκες, μια και τις είχα ήδη ακούσει δοκιμαστικά κατά την αγορά.

Το βράδυ, με την προσέλευση των στρατιωτών και του ρεύματος, άρχισαν οι νέοι δίσκοι να παίζουν. Του Στέλιου του κίνησαν το ενδιαφέρον τα νέα τραγούδια και ήρθε απ’ ευθείας στον χώρο που ήταν το πικ-απ να δει με ενδιαφέρον τις νέες πλάκες. Αυτή που μου είχε δωρίσει ο Στάθης Παπαϊωάννου την είχα παραγκωνίσει λόγω του… άσημου ονόματος.

Η νύχτα κύλησε με τη «φανταρία» να χορεύει και να πίνει, και κατά τις 21.30 η σάλπιγγα του στρατοπέδου καλούσε για το βραδινό προσκλητήριο που ήταν στις 22.00. Τότε όλοι βιαστικά πλήρωσαν τους λογαριασμούς, σταμάτησαν τους χορούς κι έτρεξαν να προλάβουν το προσκλητήριο.

Για αυτήν την πλάκα, έπαθα την πλάκα μου!

Αφού τελείωσαν οι παραγγελιές με τις νέες πλάκες, βρήκα την ευκαιρία, έτσι από περιέργεια, να ακούσω την πλάκα που μου έκαναν δώρο. Ο Στέλιος κι η παρέα του ήταν όρθιοι να φύγουν, αλλά στο άκουσμα της εισαγωγής του τραγουδιού τον βλέπω έξαλλο να φωνάζει και να διαμαρτύρεται πού την είχα αυτή την πλάκα και δεν την εμφάνισα. Στο ερώτημά μου «γιατί, τι συμβαίνει;», μου λέει «δεν ακούς τη φωνή μου, εγώ είμαι ο Στέλιος Καζαντζίδης που τραγουδώ».

Γι’ αυτήν την πλάκα έπαθα την… πλάκα μου! Το πρόσωπό του έλαμψε, οι φίλοι του χάρηκαν, αλλά ο χρόνος για το προσκλητήριο τούς κυνηγούσε. Με παρακάλεσε, λοιπόν και μου λέει, «θα είμαι σκοπός στην πύλη 10-12, να μου βάλεις την πλάκα αυτή να την ακούσω κάνα δυο φορές». Είχαμε ένα μεγάφωνο 22 ιντσών που τα τραγούδια τα άκουγαν σε όλο το χωριό!

Όταν στις 10 ξεκίνησα το τραγούδι, στο στρατόπεδο ακουγόταν «καμπάνα», γιατί ήταν ακριβώς απέναντι. Συνέχισα να αλλάζω βελόνα και να παίζει μέχρι τις 12. «Καλέ κοπέλα, για μπάνιο πάω εάν θέλεις έλα», με τη γνώριμη πλέον φωνή του φίλου μου Στέλιου, που απ’ αυτήν την ώρα συμπληρώθηκε με το επώνυμό του. «Καζαντζίδης», ο θρύλος του λαϊκού τραγουδιού που έγραψε τεράστια ιστορία στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Το επόμενο βράδυ ήρθε πάλι στο καφενείο. Έβαλα την πλάκα να παίζει συνέχεια και να ακούγεται η φωνή του, αφιερωμένη πλέον σε όλους του τους συναδέλφους.

Ο χρόνος κύλησε, οι εβδομάδες πέρασαν και το τάγμα ετοιμάστηκε να αποχωρήσει. Το «καμιόνι», όμως, που θα μετέφερε τα άλογα έπαθε βλάβη. Γι’ αυτόν τον λόγο εξαιρέθηκαν της αποχώρησης αρκετοί στρατιώτες, προκειμένου να έρθει συνεργείο να αποκαταστήσει τη βλάβη. Αυτή η διαδικασία διήρκεσε πάνω από δέκα μέρες και οι στρατιώτες που έμειναν, με επικεφαλής έναν δόκιμο αξιωματικό, έκαναν τουρισμό έχοντας στη διάθεσή τους ένα φορτηγό 3/4 μάρκας Ντόιτς.

Ο δόκιμος είχε καταγωγή από Θεσσαλονίκη κι η παρέα έδεσε. Όλη την ημέρα βρίσκονταν στο καφενείο μας για φαγητό, παρέα, συζήτηση και το βράδυ τραγούδι και γλέντι, ώσπου ήρθε το συνεργείο, αποκαταστάθηκε η βλάβη και τελικά αναχώρησαν γύρω στις αρχές Αυγούστου.

Όμως, η φιλία και με τον Στέλιο και με τους υπόλοιπους διατηρήθηκε για χρόνια. Με τον Στέλιο είχαμε πιο ιδιαίτερη σχέση γιατί ευθύς εξ αρχής μου άρεσε η συμπεριφορά του, ενώ ακόμα περισσότερο μου άρεσε που αποκαλύφθηκε ότι ήταν λαϊκός τραγουδιστής, γιατί είχα ιδιαίτερη αγάπη για το λαϊκό τραγούδι.

Έτσι, γεννήθηκε μια ιδιαίτερη φιλία που κράτησε 50 χρόνια. Ξεκίνησε από το οικογενειακό μας καφενείο και τελείωσε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών την 11η Σεπτεμβρίου 2001, όπου νοσηλευόμουν κατά σύμπτωση κι εγώ.