Του Κώστα Ζοργιού

Γυρίστε τον χρόνο πίσω. Παλιά, πολύ παλιά, στο 1964. Τρία χρόνια πριν έρθει η Χούντα και 58 και κάτι πριν τη μέρα που διαβάζετε αυτή την ιστορία, ένας πιτσιρικάς από την Ήπειρο ταξίδευε προς το άγνωστο της Αθήνας. Έβγαζε το κοντό παντελονάκι, φορούσε το λευκό – μαύρο του σερβιτόρου κι από τα 13 του έμπαινε στη μάχη του μεροκάματου.

           
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων και χωρίς καμία γνώση για σαργούς και συναγρίδες, παρά μόνο για πρόβατα, έπιασε δουλειά σε ψαροταβέρνα της Ραφήνας. Παρότι παιδάκι ακόμα, έβαζε κάτω και έμπειρους σερβιτόρους με την σπιρτάδα και το χαμόγελό του. Μάζεψε γνώση, έμαθε να αντέχει στα ζόρικα, μεγάλωσε ηλικιακά κι εργασιακά και ήρθε η μεταγραφή!

«Με φώναξαν από την Αύρα στη Νέα Μάκρη και με πήραν λες και ήμουν ο Μέσι των σερβιτόρων», θυμάται, για τη δεύτερη ψαροταβέρνα της ζωής του όπου και έκανε το αγροτικό του. «Θα ήμουν αγνώμων αν δεν παραδεχόμουν ότι έμαθα πολλά πράγματα για τη δουλειά. Αλλά ήρθε η μέρα που ήθελα να στήσω τη δική μου επιχείρηση».

Νοέμβριος 1981. Κατά σύμπτωση, ίδια εποχή πριν 41 χρόνια. Στα 30 του, ο Κλέαρχος Μπέλλος, κάνει το μεγάλο βήμα παίρνοντας το μαγαζί του Γιαννακού, δίπλα από την «Αύρα».

Δεν είναι μόνος του, έχει δίπλα του τη σύζυγό του Λαμπρινή, κι αυτή από την Ήπειρο και μάλιστα από το ίδιο χωριό. Τους λείπει η επιχειρηματική γνώση, την αντικαθιστούν με πολλή ενέργεια, μεράκι, όνειρα.

«Δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Μπορούσαμε να σερβίρουμε και το δίπλα μαγαζί αν χρειαζόταν. Μπήκαμε απευθείας στα βαθιά, γιατί είχαμε πολύ κόσμο από την πρώτη μέρα, αλλά κολυμπήσαμε».

Η παραλία δεν ήταν όπως σήμερα τη δεκαετία του ‘80. Υπήρχαν όλα κι όλα άλλα δύο μαγαζιά, η Αύρα και ο Κούρτης και ακόμα και τις Κυριακές ο κόσμος που έκανε τη βόλτα του δίπλα στη θάλασσα ήταν περιορισμένος. Κι ήρθε η «Τράτα», όπως την ονόμασαν, να αλλάξει τη δυναμική του μέρους.

«Ανοίξαμε με πολλές δυσκολίες. Φανταστείτε να κάνεις επιχειρηματικό άνοιγμα και έχεις και δύο μικρά παιδιά, τον Περικλή, δύο ετών και την Αγγελική, τεσσάρων μηνών, να περνούν εκεί όλη τη μέρα τους.

Οι ντόπιοι εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν περισσότερο να πάνε στα μπουζούκια παρά να βγουν για φαγητό. Ήμασταν όμως πεπεισμένοι ότι θα πετυχαίναμε. Η φιλοσοφία μας ήταν ξεκάθαρη και ποντάραμε στο τρίπτυχο ‘ποιότητα, καθαριότητα και καλές τιμές».

Ο Κλέαρχος ξυπνούσε στις 05.00, καβαλούσε ένα ποδήλατο που το είχε αγοράσει για 125 δολάρια και ξεκινούσε από τη Νέα Μάκρη για τη Ραφήνα. «Το φόρτωνα πάγο και φρέσκα ψάρια, πέντε φορές την εβδομάδα κι επέστρεφα πριν το ξανακαβαλήσω για να αγοράσω λαχανικά. Τα ξεψάχνιζα ένα ένα για να διαλέξω ποιο θα βάλω στη σακούλα μου. Θέλαμε να προσφέρουμε το καλύτερο στον κόσμο, από το φρέσκο ψάρι, μέχρι το καρβελάκι ψωμί, τα λαχανικά, το γλυκό και το φρούτο.

Ποτέ δεν βάλαμε γκριλιέρα στην κουζίνα μας, μέχρι και σήμερα έχουμε κάρβουνο για να ψήνουμε τα ψάρια. Μπορεί να μην ήμασταν το μαγαζί με τα παπιγιόν και τα ψηλά ποτήρια, ο κόσμος όμως γνώριζε ότι θα φάει καλά και θα πληρώσει φυσιολογικά».

Κι επειδή ο πελάτης φέρνει τον πελάτη, άρχισαν να έρχονται οι ντόπιοι τον χειμώνα και να γίνεται χαμός από τους παραθεριστές τα καλοκαίρια. Και να σου οι πρώτοι πολιτικοί, οι πρώτοι ηθοποιοί, αθλητές, ποιητές, ζωγράφοι και σεισμολόγοι.

Ο Αβέρωφ, ο Κύρκος, ο Καραμανλής, ο Φλωράκης, ο Τσαρούχης, η Ροζίτα Σώκου, ο Μούτσιος, ο Μπάγεβιτς, ο Μανωλάς, ο Βαζέχα κι ένα σωρό… celebrities κάθε εποχής που ανέβαζαν κατά πολύ τις μετοχές του Κλέαρχου και της Λαμπρινής, η οποία έψηνε στην κουζίνα έχοντας την μικρή Αγγελική για ώρες καβάλα στην πλάτη δεμένη με μια τριχιά, όσο ο Περικλής κοιμόταν κάτω από τον πάγκο…

Η «Τράτα» απέκτησε φήμη και η έκρηξη στην πελατεία της ολοένα και αυξανόταν. «Ξεκινήσαμε με ένα ρυάκι και φτάσαμε να γίνει ποτάμι και να μας παρασύρει. Ήταν μέρες που δεν σταματούσαμε καθόλου. Δεν τους προλαβαίναμε τους πελάτες, με πέντε έξι άτομα όλα κι όλα προσωπικό. Αλλά είχα δίπλα μου την κυρά Λαμπρινή.

Πραγματικό κομπιούτερ, με ένα χαρτί κι ένα μολύβι κρατούσε λογαριασμό για 350 άτομα. Κι εγώ έξω, να μιλάω με τον κόσμο, να κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να είναι όλοι ικανοποιημένοι. Η ανταμοιβή μας δεν ήταν μόνο όταν το μαγαζί ήταν φίσκα, αλλά και όταν το βλέπαμε τον χειμώνα να έχει πάντα μια σταθερή πελατεία. Τι πιο συγκινητικό να σε τιμούν πέντε και έξι παρέες όταν έξω έχει ένα μέτρο χιόνι».

Εδώ και 41 χρόνια, τόσο στην παλιά, όσο και στη νεότερη τοποθεσία της, η «Τράτα» δεν έκλεινε ποτέ. Επτά ημέρες την εβδομάδα οι ιδιοκτήτες της ήταν εκεί, η μία στην κουζίνα κι ο άλλος στην εξυπηρέτηση και την επικοινωνία με τον κόσμο.

«Ήταν σκλαβιά, αν το δεις στην πραγματική του υπόσταση. Δεν είχαμε προσωπική ζωή, δεν βγαίναμε έξω με φίλους, δεν πηγαίναμε στα μπουζούκια ακόμα και αν είχαμε να ξοδέψουμε, δεν βγαίναμε έξω να φάμε κι εμείς ένα βράδυ χωρίς σκοτούρες. Αλλά πιο πολύ από σκλαβιά, ήταν πάθος. Και δεν μετανιώνουμε ούτε για μία μέρα», λέει ο Κλέαρχος, ο οποίος στα ντουζένια του ήθελε να επενδύσει και σε άλλα μαγαζιά.

«Είναι δύσκολο να φτάσεις ψηλά μια επιχείρηση, αλλά πιο δύσκολο είναι να την κρατήσεις εκεί. Δεν θέλει πολύ, ένα δυο λάθη, είναι αρκετά. Και δεν είναι τυχαίο ότι τα κάνουν πολλοί. Άλλος μεγαλοπιάνεται, άλλος κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα για να βγάλει μεγαλύτερο κέρδος, άλλος κουράζεται, άλλος βλέπει τους πελάτες ως ευρώ κι αυτό τους το περνά όταν κάθονται στο μαγαζί του. Μια ζωή βαδίζαμε σεμνά και ταπεινά και στο τέλος της ημέρας είμαστε ευτυχισμένοι με όσα πετύχαμε».

Το τέλος της ημέρας έχει έρθει για την παλιά φρουρά, όσο κι αν εξακολουθεί να έχει ρόλο και φωνή στην «Τράτα». Η νέα εποχή βρίσκει σε θέση οδηγού τον Περικλή και την Αγγελική.

Η φιλοσοφία, όμως, παραμένει η ίδια. Καλή ποιότητα, σεβασμός προς τον πελάτη, καθαριότητα, προσιτές τιμές. Υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν έχει αλλάξει. Η ταμπέλα στο πλάι, με τον Κλέαρχο χαμογελαστό να καμαρώνει το δημιούργημά του…

Προηγούμενο άρθροΚρητικός ανέβασε στα social φωτογραφία που τον έστειλε φυλακή 10 χρόνια μετά
Επόμενο άρθροΈλληνας οδηγός κυκλοφορούσε 20 χρόνια χωρίς δίπλωμα