Του Κώστα Ζοργιού

Είναι 31 Δεκέμβρη, βράδυ κι οι δρόμοι στη Νέα Μάκρη θυμίζουν ερημωμένη πόλη. Ο κόσμος είναι σε σπίτια, άλλοι σε παρέες κι άλλοι μοναχικά, περιμένοντας να αλλάξει ο χρόνος. Για τον Βασίλη η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική από γιορτές, γλέντια, τσουγκρίσματα, ασπασμούς, ευχές και σίγουρα πιο αγχωτική.

Έχει μόλις επιστρέψει από το Ντουμπάι, για 12 ώρες όλες κι όλες στην Αθήνα και προλαβαίνει να κάνει ελάχιστα πράγματα. Βάζει ένα τελευταίο πλυντήριο στο σπίτι, στον Νέο Βουτζά και φεύγει για το αεροδρόμιο.

Πρωτοχρονιά στο αεροπλάνο με αγνώστους, αρχικός προορισμός το Κάιρο της Αιγύπτου και τελικός το Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας. Λεωφορείο, 8 ώρες στον δρόμο και άφιξη στην «Ιθάκη» του, που είναι η Αλ Ούλα. Μια αρχαία πόλη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. που στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δεν λέει πολλά, αλλά για κάποιους είναι ο σημαντικότερος προορισμός στον πλανήτη.

Η όλη διαδρομή του Βασίλη Μπούδρου για να φτάσει να τρέξει με την «Πνοή» στο Ράλι Ντακάρ, τον δυσκολότερο αγώνα (επιβίωσης) στον κόσμο, ξεκινά 31 χρόνια νωρίτερα από τα χωράφια της Ραφήνας, μόλις στα 8 του, με το σκουτεράκι της μητέρας του.

Το δώρο (ζωής) του παππού…

Γεννημένος στο Μαρούσι πριν 39 χρόνια, πέρασε τα πρώτα τρία της ζωής του στον Άγιο Δημήτριο. Τότε ήρθε στη Ραφήνα η οικογένεια, μπαμπάς, μαμά κι η αδελφή του Δήμητρα που, όπως ο ίδιος λέει, «δεν καβαλά ούτε ποδήλατο» μάλλον για να εξισορροπήσει την κατάσταση. Φαινόταν από μικρός ότι είχε μεγάλες ποσότητες ενέργειας κι αδρεναλίνης μέσα του και ήδη στα 8, κυκλοφορούσε μέσα στα χώματα με το μηχανάκι της μαμάς.

Το μικρόβιο για τα δίτροχα είχε μπει μέσα του από τον μπαμπά που πάντα είχε μηχανή και πολύ περισσότερο από τον παππού. Ο Δημήτρης Φραντζής μπορεί να μην ήξερε καν να οδηγεί μηχανή, είχε όμως ένα από τα μεγαλύτερα μαγαζιά με ανταλλακτικά στην Αθήνα. Έφερνε μηχανές σε όλη την πόλη, σε μια εποχή που οι BMW με τις πλατφόρμες τους λειτουργούσαν ως μέσο μεταφοράς πάγου και σίδηρου. Κι ήταν αυτός που χάρισε στον Βασίλη το πρώτο του μηχανάκι, ένα CRM 80άρι, στα 14…

«Για ενάμιση χρόνο είχα τρελαθεί στην τούμπα. Καβαλούσα τη σέλα, όργωνα τη Ραφήνα, έπεφτα, μάτωνα, σηκωνόμουν και συνέχιζα. Δεν κατέβαινα από τη σέλα. Και προφανώς έβλεπαν οι γονείς μου πού πάει το πράγμα. Ό,τι μηχανή είχε ο πατέρας μου μπορούσα να την οδηγήσω. Έκαναν υπομονή, αλλά ευτυχώς παρότι είχα ατυχήματα, δεν μου συνέβη ποτέ κάτι το πολύ σοβαρό, ώστε να τους ανησυχήσω. Την επομένη των 16ων γενεθλίων μου, καβαλούσα το δεύτερό μου μηχανάκι. Ένα παπάκι που αγόρασα με τα χρήματα με τα οποία πούλησα το πρώτο… Έκανα αντικατάσταση δώρου και συνέχισα μέχρι τα 18 που έφυγα φοιτητής στην Κοζάνη, για Διοίκηση Επιχειρήσεων».

Καριέρα; Μπα, όχι για μένα

Τέσσερα χρόνια κι ένα πτυχίο αργότερα, ο Βασίλης αναζητούσε τον επαγγελματικό του προορισμό. Τα ταξίδια πάντως τα συνέχιζε κι ας κατέστρεψε μια BMW 1.100 GS του πατέρα του, που πλήρωνε για να τη φτιάξει και μηχανή δεν είχε…

Η επαγγελματική του πορεία έδειχνε να στρώνει όταν ξεκίνησε να δουλεύει και μάλιστα στο εξωτερικό, σε πολύ μεγάλες corporate εταιρείες. Ο καλός μισθός, το καλό ντύσιμο και τα κοκτέιλ μετά τη δουλειά δεν ήταν για τον Βασίλη και στα 27 του έκανε την ολοκληρωτική αλλαγή στη ζωή του.

«Τα παράτησα όλα, ήρθα στην Ελλάδα κι άρχισα να δουλεύω ως πωλητής σε μαγαζιά. Προφανώς με πολύ χαμηλότερο μισθό, αλλά βρισκόμουν κοντά στον μοτοσυκλετοχώρο. Δούλευα πάνω σε αυτό που είχα ξοδέψει άπειρο χρόνο μεγαλώνοντας και ήμουν ευτυχισμένος. Τα Σαββατοκύριακα εργαζόμουν σε μια σχολή ως βοηθός εκπαιδευτή BMW.

Ό,τι χρήματα έβγαζα πήγαιναν σε εντούρο, φόρμες, κράνη, ανταλλακτικά. Συμμετείχα σε πολλούς αγώνες, εντός και εκτός Ελλάδος, έκανα σταδιακά βήματα σε μεγαλύτερους, είχα επιτυχίες. Και πάντα στο μυαλό μου βρισκόταν η Μέκκα του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Ήθελα κάποια στιγμή να δοκιμάσω τα όριά μου».

Ράλι Ντακάρ, ο δυσκολότερος αγώνας επιβίωσης στον κόσμο

Αυτό που μάθαμε ως «Ράλι Παρίσι – Ντακάρ» ξεκίνησε το 1979 μετά από πρωτοβουλία του Τιερί Σαμπίν κι είναι ένας off-road αγώνας που διεξάγεται υπό αντίξοες συνθήκες, υπό την έννοια ότι μεγάλο μέρος του λαμβάνει χώρα στην έρημο.

Πρόκειται πρωτίστως για αγώνα επιβίωσης αν αναλογιστεί κάποιος ότι στα 45 χρόνια διεξαγωγής του έχουν χάσει τη ζωή τους 33 συμμετέχοντας, με τελευταίο τον 45χρονο Καταλανό Κάρλες Φαλκόν που βρέθηκε χωρίς σφυγμό μετά από πτώση στον αγώνα του 2024. Από αυτούς, οι 24 ήταν αναβάτες μοτοσυκλέτας. Όσο για τα θύματα που σχετίζονται με το ράλι, έχουν φτάσει πλέον τα 80…

Κάθε χρόνο συμμετέχουν εκατοντάδες οδηγοί, με αγωνιστικά αυτοκίνητα, μηχανές ακόμα και φορτηγά, ωστόσο ποτέ δεν καταφέρνουν να τερματίσουν όλοι, καθώς πολλοί εγκαταλείπουν στη διαδρομή, είτε λόγω κούρασης είτε λόγω ατυχημάτων είτε επειδή το όχημά τους δεν άντεξε. Το ράλι διαρκεί δύο εβδομάδες και οι αθλητές διανύουν 8.000 χιλιόμετρα για να φτάσουν στον τερματισμό.

Σε αυτόν τον αγώνα είχε πάντα όνειρο να τρέξει ο Βασίλης Μπούδρος…

Ζώντας το όνειρο

«Η σκέψη άρχισε να με καίει περισσότερο από ποτέ το 2014, αλλά προφανώς δεν ήταν εύκολο να φτάσω μέχρι εκεί, ενώ το 2018 που πλησίασα πολύ κοντά στο να πάω, δεν τα κατάφερα. Τελικά εναρμονίστηκαν όλα τέσσερα χρόνια αργότερα και το 2022 ήμουν ο ένας από τους 129 που τερμάτισαν, στην 70ή θέση. Η πρώτη συμμετοχή μου με τη μηχανή «Βουκεφάλας», μου στοίχισε περίπου 90.000 ευρώ, γιατί μιλάμε και για ένα πολύ ακριβό σπορ. Η δεύτερη καλύφθηκε από χορηγούς στο 90%».

Παρότι ο Βασίλης έγινε μόλις ο τρίτος Έλληνας που καταφέρνει να τερματίσει το δυσκολότερο ράλι στον κόσμο μετά τους Βασίλη Ορφανό (2003, 2005, 2009) και Λουκά Γιαννακούλη (2003), ομολογεί στη MP ότι κάτι… δεν του πήγαινε καλά.

«Από τη μία, επιβεβαίωσα αυτό που όλοι γνωρίζαμε. Ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο και δυσκολότερο αγώνα στον κόσμο. Από την άλλη όμως, κάτι με χάλασε. Το περίμενα λίγο πιο ορίτζιναλ. Αν είχες χρήματα να διαθέσεις, είχες και πολλές ανέσεις, εξασφάλιζες την ξεκούρασή σου και η επόμενη μέρα ήταν ίδια με την προηγούμενη σε δυσκολία. Το 2024 τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλαξα κι εγώ τον τρόπο που σκεφτόμουν, αλλά άλλαξε συνολικά κι η εμπειρία. Συμμετείχα σε μια κατηγορία που είσαι εσύ, η μηχανή και η σκηνή σου, όλοι τρέχετε υπό τις ίδιες συνθήκες και παλεύετε με ίσους όρους για την επιβίωσή σας».

Λογικό κι επόμενο να ρωτήσει κάποιος τον Βασίλη τι κέρδισε ως γνώση από κάθε έναν από τους δύο αγώνες.

«Από τον πρώτο έμαθα πολλά σε θέματα οδήγησης στην άμμο, σε συνθήκες δηλαδή που δεν ήξερα. Επίσης έμαθα να κάνω αγώνα δύο εβδομάδων, σκλήρυνα πνευματικά. Δεν είχα ποτέ ζεσταθεί ή κρυώσει τόσο πολύ στη ζωή μου. Όλα ήταν στα άκρα. Στον δεύτερο αγώνα έμαθα ότι κακώς θεώρησα πως είχα μάθει τόσα πολλά από τον πρώτο! Δεν πίστευα ότι όλα όσα είχα νιώσει, θα τα ένιωθα ακόμα περισσότερο. Σίγουρα το ευχαριστήθηκα πιο πολύ, γιατί ήμουν πιο έτοιμος και πνευματικά, αλλά οι καταστάσεις ήταν ακραίες»…

Μια μοναχική διαδρομή με παρέα τις σκέψεις σου

Για να καταλάβει κάποιος πώς κυλά μια μέρα στο Ράλι Ντακάρ, αρκεί μια απλή περιγραφή. Αρκεί, να αφήσει αυτόν που το έχει ζήσει, να γυρίσει τον χρόνο πίσω, στις 5 Ιανουαρίου, όταν και ξεκίνησε η περιπέτεια που κράτησε ως τις 19 του μήνα.

«Ξυπνάς περίπου στις 04.30 το πρωί, σε έναν οργανωμένο χώρο που σου παρέχεται για ύπνο. Κάθε μέρα η διαδρομή που διανύεις καταλήγει σε οργανωμένους χώρους, ώστε να είναι όλοι οι συμμετέχοντες μαζί και ασφαλείς.

Μαζεύεις τη σκηνή σου, πας για πρωινό, στη συνέχεια βάζεις χειμωνιάτικα ρούχα για να ξεκινήσεις γιατί η θερμοκρασία είναι κάπου ανάμεσα στους 3 με 7 βαθμούς. Στις μικρές μέρες καλύπτεις αποστάσεις 650χλμ, ενώ στις μεγαλύτερες περίπου 900. Το πού θα σταματήσεις και το πού θα βάλεις καύσιμα είναι προκαθορισμένο.

Από εκεί και πέρα, αν για κάποιο λόγο, επειδή για παράδειγμα κουράστηκες, αποφασίσεις ο ίδιος να κάνεις μια στάση, αυτό έχει αντίκτυπο στον χρόνο σου. Αν η μηχανή σου πάθει κάποια βλάβη, δεν έχεις βοήθεια από διοργανωτές. Πρέπει να τη φτιάξεις ο ίδιος. Το 70% της διαδρομής είναι άμμος και το 30% πέτρα και οι περισσότεροι έχουν πτώσεις και τραυματισμούς στις πέτρες. Αυτό που επίσης δίνει μεγάλο βαθμό δυσκολίας στο συγκεκριμένο ράλι είναι ότι δεν βρίσκεις πουθενά τέτοιες συνθήκες, τέτοια διαδρομή για να προετοιμαστείς, να προπονηθείς. Πας σαν να είσαι τυφλός και τρέχεις…

Η διαδρομή είναι πολύ μοναχική. Πολλές φορές πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται. Δεν πρέπει να το κάνεις, προσπαθείς να μην το κάνεις για να είσαι συγκεντρωμένος, αλλά το μυαλό παίζει παιχνίδια και αδιαφορεί για τον κίνδυνο στον οποίο βάζει τη σωματική σου ακεραιότητα. Είσαι στους αμμόλοφους, οδηγείς κι αρχίζεις να χάνεσαι. Σκέφτεσαι την οικογένειά σου, τους φίλους σου, τα ζώα σου, τι κάνουν πίσω όλοι αυτοί.

Σκέφτεσαι την αγωνία τους μέχρι να τους στείλεις το επόμενο μήνυμα. Και βέβαια, σκέφτεσαι όλο αυτό που έχει προηγηθεί για να φτάσεις μέχρι εκεί. Από τον εαυτό σου παιδάκι να καβαλά το σκούτερ της μάνας σου, μέχρι το προηγούμενο δευτερόλεπτο που έβλεπες τον μεγάλο αμμόλοφο να πλησιάζει.

Και ξαφνικά γυρνάς το βλέμμα σου και βλέπεις κάποιον χτυπημένο. Επιστρέφεις στην πραγματικότητα. Έχει μια τρύπα στο πόδι αλλά δεν τα παρατάει, δεν θα τα παρατήσει έτσι εύκολα. Τον συναντάς ξανά στο πρωινό, να έχει μόλις αλλάξει γάζες και να του κάνουν ένεση. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα έλεγε “φτάνει, μέχρι εδώ”. Εκεί όμως περιστρέφεσαι από μια περίεργη κάστα ανθρώπων και σε αυτή την περίεργη κάστα ανήκεις κι εσύ. Η φάση είναι “οι μελλοθάνατοι σάς χαιρετούν”».

Μια βραδιά στην άκρη του πουθενά

Πέρα από τις σκέψεις που τον αποπροσανατόλιζαν, πέρα από τις εικόνες που τον ταρακουνούσαν, πέρα από τον παράμεσο που διέλυσε σε μια πτώση και τον μηνίσκο που τον πονούσε πριν καν ξεκινήσει, είχε και μια απρόσμενα δύσκολη στιγμή να ξεπεράσει.
«Σε μία από τις διαδρομές υπερεκτίμησα τις δυνατότητές μου. Νόμιζα ότι μπορούσα να καλύψω την απόσταση, αλλά έκανα λάθος.

Με έπιασε η νύχτα στην έρημο, στους αμμόλοφους. Ενημέρωσα τους διοργανωτές και με ρώτησαν αν είχα σκοπό να εγκαταλείψω. “Μα είστε σοβαροί;”. Ήρθαν με ελικόπτερο και μου πέταξαν έναν υπνόσακο. Κοιμήθηκα δίπλα στη μηχανή για κανά δίωρο όλο κι όλο, σε ένα ξενοδοχείο εκατομμυρίων αστέρων».

Το επόμενο πρωί ο Βασίλης συνέχισε. Και λίγες ώρες αργότερα έστειλε στους γονείς και στους φίλους του το μήνυμα που περίμεναν με αγωνία. «Είναι Δευτέρα, είμαι ζωντανός. Συνεχίζουμε».

Έφτασε Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου, είκοσι μέρες από τη στιγμή που έβαζε εκείνο το βιαστικό πλυντήριο στον Νέο Βουτζά για να φύγει και χιλιάδες στιγμές και εικόνες αργότερα.

Ο Βασίλης, ο μόνος Έλληνας που έτρεξε στο Ντακάρ του 2024, τερμάτισε για δεύτερη φορά με την Husqvarna 450 που ονόμασε «Πνοή». Πήρε πολλά μαθήματα ζωής, όπως παραδέχεται, αλλά ένα ήταν το σημαντικότερο.

«Αυτό που ονειρεύτηκες, το έκανες πραγματικότητα. Νομίζεις ότι έχεις ένα όριο, αλλά ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι δεν έχεις ένα. Είναι αυτό, συν άλλα πέντε. Και τα όριά σου φτάνουν πολύ πιο μακριά από όσο νομίζεις»…

Προηγούμενο άρθροΟνειρόσκαλα: «Αξία ανεκτίμητη»…
Επόμενο άρθροΗ τεχνητή νοημοσύνη μάς έδειξε σε βίντεο πώς μοιάζει η κόλαση και είναι ανατριχιαστική