Κουβαλώντας τον χαρακτηρισμό «σύγχρονος Φειδιππίδης» και με τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη ότι ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος να τον συνοδεύουν σε κάθε βήμα του, ο Γιάννης Κούρος κατάφερε να πείσει το σώμα του να υπερβεί τα όριά του, ακολουθώντας τις δύσκολες διαδρομές τις οποίες ήδη είχε χαράξει στο μυαλό του.

«Όταν οι άλλοι κουράζονται, σταματούν. Εγώ όχι… Επιβάλλομαι στο σώμα μου με την σκέψη. Του λέω ότι δεν είναι κουρασμένο και με ακούει. Όταν το σώμα παραδίδεται, τότε μόνο η δύναμη της θέλησης μπορεί να το ενεργοποιήσει. Δεν είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς τι συμβαίνει στο μυαλό, στην ψυχή ενός δρομέα, στις αισθήσεις του και πέρα από αυτές, στην προσπάθεια του να αρνηθεί το σώμα του.

Ο δρομέας που είναι σε θέση να συνεχίσει, είναι αυτός που έχει καταφέρει να κάνει την υπέρβαση σε ένα μεταφυσικό επίπεδο». Με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο Γιάννης Κούρος στο βιβλίο του «Το εξαήμερο του αιώνα», το οποίο αποτελεί ουσιαστικά αυτοβιογραφία, περιγράφει το «μυστικό» πίσω από τις αδιανόητες επιδόσεις του σε αποστάσεις που αμφισβητούν τα ανθρώπινα όρια.

Εάν προσθέταμε τα χιλιόμετρα που έχει διανύσει κατά την διάρκεια της καριέρας του σε κάθε λογής υπερ-μαραθωνίους, ενδεχομένως θα βλέπαμε ότι θα αρκούσαν για να φτάσει (χωρίς υπερβολή) στο φεγγάρι. Και είναι βέβαιο ότι εάν υπήρχε τρόπος να φτιαχτεί μια λεωφόρος στο διάστημα που θα ένωνε την Γη με την Σελήνη, αυτός ο μοναδικός δρομέας θα δοκίμαζε να τον διανύσει…

Ο κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος όλων των εποχών είναι, λοιπόν, Έλληνας. Γεννημένος στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1956, μεγάλωσε μέσα στις δυσκολίες, αντιμετωπίζοντας από την παιδική του ηλικία κιόλας πολλά προβλήματα, εντός κι εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντός του. Η δική του διέξοδος υπήρξε η λογοτεχνία, η ποίηση, η μουσική, η σύνθεση, τέχνες με τις οποίες ασχολήθηκε ενεργά από τα 12 χρόνια του ήδη, πριν λίγο αργότερα στην εφηβεία του μπει στην ζωή του και ο αθλητισμός.

Ο ίδιος, μάλιστα, θεωρεί ότι όλα τα παραπάνω συνδέονται με έναν μοναδικό τρόπο μεταξύ τους καθώς έχει δηλώσει ότι η διαδικασία για να γίνει κάποιος υπερμαραθωνοδρόμος ή «ημεροδρόμος», όπως είναι ο χαρακτηρισμός που χρησιμοποιεί, είναι κυρίως νοητική, πνευματική και ψυχική. Άλλωστε το μυαλό είναι εκείνο που οφείλει να πείσει το σώμα ότι όρια δεν υπάρχουν.

Μεγάλωσε διαβάζοντας για τον άθλο του Φειδιππίδη ο οποίος πριν από 2.500 χρόνια είχε σταλεί από τους Αθηναίους στην γειτονική στην Τρίπολη, Σπάρτη, για να ζητήσει την συνδρομή της στον πόλεμο κατά των Περσών. Σύμφωνα με τον θρύλο διένυσε τα 250 χιλιόμετρα σε 40 ώρες και μετά την αρνητική απάντηση των Λακεδαιμονίων, κάλυψε την ίδια απόσταση για να επιστρέψει. Λίγες ημέρες αργότερα ο ίδιος αγγελιοφόρος (για κάποιους ο Ευκλής) ήταν αυτός που μετέφερε τα χαρμόσυνα νέα της νίκης των Ελλήνων στον Μαραθώνα και αφού αναφώνησε το ιστορικό «νενικήκαμεν», ξεψύχησε.

Ο Γιάννης Κούρος έτρεξε τον πρώτο του Μαραθώνιο σε ηλικία 21 ετών, καλύπτοντας την απόσταση σε 2 ώρες, 43 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα. Μέχρι το 1982 βελτίωνε διαρκώς το χρόνο του κάνοντας εκείνη τη χρονιά, την ίδια διαδρομή σε 2 ώρες και 25 λεπτά, ενώ στο μεταξύ υπήρξε ένα διάστημα που είχε αφήσει την Τρίπολη, πριν επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του για να εργαστεί παράλληλα ως φύλακας στο στάδιο της πόλης.

Εκείνη την περίοδο διάβασε σε ένα γαλλικό περιοδικό για τους υπερμαραθώνιους και η ιδέα τον συνεπήρε σε τέτοιο βαθμό ώστε να δοκιμάσει μόνος του τις αντοχές του τρέχοντας 100 χιλιόμετρα στην Αρκαδία. Δίχως να το γνωρίζει, ίσως και ο ίδιος, αυτά ήταν τα πρώτα από τα εκατομμύρια χιλιόμετρα που θα ακολουθούσαν στην ζωή του.

Την επόμενη χρονιά, το 1983, διοργανώνεται το παρθενικό «Σπάρταθλον». Μια ιδέα πέντε Βρετανών αξιωματικών του στρατού που παράλληλα ήταν και δρομείς μεγάλων αποστάσεων και θέλησαν να αναβιώσουν την διαδρομή του Φειδιππίδη, έτσι όπως την είχε περιγράψει ο Ηρόδοτος. Οι ίδιοι είχαν μετατρέψει την θεωρία σε πράξη τρέχοντας μόνοι τους και όταν διαπίστωσαν ότι κάτι τέτοιο ήταν όντως εφικτό, συνεργάστηκαν με την ελληνική και την διεθνή αθλητική κοινότητα για την διεξαγωγή ενός αγώνα που θα συγκέντρωνε συμμετοχές από σπουδαίους δρομείς. Σε αυτούς, βέβαια, εκείνη την εποχή δεν συγκαταλεγόταν ακόμη ο Γιάννης Κούρος…

Με βάση τους υπολογισμούς που είχαν γίνει, οι διοργανωτές περίμεναν ότι οι πρώτοι από τους 45 συμμετέχοντες που ξεκίνησαν από την Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 1983, θα έφταναν στην Σπάρτη μετά από 27 ώρες το λιγότερο. Υπολόγιζαν ότι γύρω στις 10 το πρωί της επόμενης θα έβλεπαν εκείνον που θα έκοβε το νήμα, οπότε μάλλον κυριολεκτούμε εάν πούμε ότι πραγματικά ο Κούρος τους έπιασε όλους στον ύπνο, όταν έφτασε στον τερματισμό τα ξημερώματα, μετά από μόλις 21 ώρες και 50 λεπτά και δεν βρήκε σχεδόν κανέναν να τον περιμένει!

Η διεθνής αναγνώριση που έλαβε για τον άθλο του τον έφερε στο επίκεντρο, ενώ επανέλαβε το κατόρθωμά του και τις άλλες τρεις φορές που συμμετείχε (1984, 1986, 1990), με την επίδοση του 1984 (20 ώρες και 25 λεπτά) να παραμένει μέχρι τις μέρες μας το απόλυτο ρεκόρ του αγώνα.

Η πορεία του και τα επόμενα χρόνια απέδειξε ότι αυτοί οι δύο όροι, Κούρος και ρεκόρ, είναι ταυτόσημοι. Άλλωστε ακόμη και σήμερα το όνομά του φιγουράρει δίπλα σε περίπου 160 ρεκόρ που είναι όχι μόνο ακατάρριπτα, αλλά και απλησίαστα από άλλους δρομείς. Κάποια από αυτά μάλιστα τα συναντάμε στο Βιβλίο Γκίνες! Σε αυτά τα μοναδικά επιτεύματα συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι 25 μαραθώνιοι μέσα σε μόνο μία χρονιά ή οι 53 νίκες σε υπερμαραθώνιους στην καριέρα του.

Από ένα σημείο και μετά, έχοντας περάσει πλέον σε μια φάση ωριμότητας αλλά και διαρκούς αναζήτησης, ο Γιάννης Κούρος άρχισε να δημιουργεί απαιτητικές διαδρομές που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν μοναδικές καθώς κανείς άλλος δεν είχε διανοηθεί καν να δοκιμάσει. Για παράδειγμα, το 2005, σε ηλικία σχεδόν 50 ετών, όχι μόνο κάλυψε την απόσταση Αθήνα-Σπάρτη, αλλά επέστρεψε κιόλας στην πρωτεύουσα τρέχοντας πάνω από 500 χιλιόμετρα σερί! Τον ίδιο Φιδιππείδιο Άθλο επανέλαβε και το 2011…

Ο δρόμος της προσωπικής του ζωής τον πήγε μέχρι την Αυστραλία η οποία έγινε για καιρό τόπος μόνιμης κατοικίας του από το 1990, ενώ τρία χρόνια αργότερα πήρε και την υπηκοότητα, χωρίς βέβαια ποτέ να ξεχνά την πατρίδα του την Ελλάδα. Από την άλλη άκρη του κόσμου συνέχισε να τρέχει ξεπερνώντας κάθε φορά τον εαυτό του, ενώ παράλληλα μπόρεσε να ολοκληρώσει την διαδικασία αυτοβελτίωσής του και μέσω των γραμμάτων καθώς ασχολήθηκε ενεργά με την συγγραφή, την σύνθεση μουσικής, το τραγούδι και τις τέχνες, δίνοντάς μας την δυνατότητα να αντιληφθούμε την πλήρη διάσταση της υπόστασής του.

Διακρίθηκε και σε αυτόν τον «στίβο» αποκτώντας Μάστερ στην Λογοτεχνία, ενώ το 1993 στο Antipodes Festival της Μελβούρνης κέρδισε το πρώτο βραβείο στίχου για το ποίημα «Χρώμα, ποιο χρώμα;», εξέδωσε ποιητική συλλογή με τίτλο «Συμπλέγματα», καθώς και το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Το εξαήμερο του αιώνα», στο οποίο περιγράφει και τον αγώνα των έξι ημερών που έτρεξε στη Νέα Υόρκη καλύπτοντας πάνω από 1000 χιλιόμετρα.

Σε αυτό το βιβλίο γράφει ο ίδιος: «Θέλω να γκρεμίσω το μύθο που θέλει τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων να τρέχουν μηχανικά. Στην πραγματικότητα, αυτός ο μύθος δεν είχε ποτέ καμία βάση, ιδιαίτερα σε μας τους δρομείς, στους οποίους είναι εμπεδωμένο ότι είναι εκ των πραγμάτων γκρεμισμένος. Επειδή, όμως, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης έχει δεχτεί την αντίληψη του “μηχανικού τρεξίματος”, προσπαθώ να ανατρέψω αυτή την ιδέα, όχι μόνο γιατί δε συμβαίνει, αλλά και για να πάρει ο ενδιαφερόμενος μια γεύση από τα εσωτερικά δρώμενα, τα οποία εκφράζω από ψυχολογική κυρίως σκοπιά: όταν πάψει ο νους να σκέφτεται και να αντλεί δυνάμεις εμπνεόμενος, και ιδιαίτερα όταν το κορμί “τα έχει μπήξει”, μόνο βουλητικά μπορεί να κινητοποιηθεί.

Αψήφησα πολλές συστολές και αναστολές για να ξεπεράσω τη σιγή μου και να περιγράψω τις εσωτερικές συγκρούσεις, για να μπορέσει να συλλάβει ο “απ’ έξω”, ο θεατής-αποδέκτης ή ο αναγνώστης τι διαδραματίζεται στο νου και στην ψυχή -αισθήσεις, υπεραισθήσεις- ενός δρομέα από τις αρνήσεις του κορμιού»…

ΠΗΓΗmenshouse.gr
Προηγούμενο άρθροΗ πιο φρικτή επίθεση καρχαριών στην Ιστορία – Όταν 150 ναυτικοί φαγώθηκαν ζωντανοί
Επόμενο άρθροΠού θα βρείτε ανοικτό φαρμακείο την Κυριακή