
Στη φλαμανδική πόλη βρίσκονται από το πρωί τα εξειδικευμένα στελέχη του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού, με αποκλειστικό στόχο να δουν από κοντά και να μελετήσουν τα σπάνια φωτογραφικά τεκμήρια που καταγράφουν την εκτέλεση των 200 αγωνιστών στην Καισαριανή την 1η Μαΐου του 1944. Το τετ α τετ με τον Βέλγο κάτοχο του αρχείου θεωρείται εξαιρετικά καθοριστικό, καθώς ανοίγει τον δρόμο για την επιστημονική ταυτοποίηση και, ακολούθως, την επιστροφή των σκληρών εικόνων στην Ελλάδα.
Τα συγκεκριμένα καρέ, τα οποία αποτυπώνουν τις ύστατες στιγμές των μελλοθάνατων αντιστασιακών προτού τουφεκιστούν σε αντίποινα για τον θάνατο του Φραντς Κρεχ (Γερμανού υποστράτηγου) στους Μολάους, προκάλεσαν τεράστια συγκίνηση και κύμα αντιδράσεων όταν αναρτήθηκαν προς πώληση σε ηλεκτρονικό κατάστημα.
Το προφίλ του Βέλγου εμπόρου και η πηγή του υλικού
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Τιμ ντε Κραενέ, ο οποίος έχει σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης. Ο συγκεκριμένος άνδρας διατηρεί από το 2015 ένα ψηφιακό κατάστημα, μέσω του οποίου αγοράζει και πουλά αποκλειστικά στρατιωτικά κειμήλια και έγγραφα που σχετίζονται με το Γ’ Ράιχ. Βάσει ρεπορτάζ του βελγικού Τύπου, η εμπορική του δραστηριότητα είναι εντατική: Έχει καταγράψει δεκάδες χιλιάδες πωλήσεις σε τιμές που ξεκινούν από λίγα ευρώ και ξεπερνούν τα πεντακόσια, ενώ ο κατάλογός του ανανεώνεται διαρκώς με νέο υλικό κάθε μήνα.
Ανάμεσα σε αυτόν τον τεράστιο όγκο αντικειμένων, ξεχώρισαν δώδεκα καρέ από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Το ιστορικό αυτό υλικό φαίνεται να ήταν κομμάτι του ιδιωτικού αρχείου του Χέρμαν Χιούερ, ενός υπολοχαγού των ναζιστικών στρατευμάτων από το Μπίκερνφελντ, που είχε τοποθετηθεί στην πατρίδα μας στα χρόνια της Κατοχής.
Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, ο έμπορος προχώρησε σε δηλώσεις στο βελγικό πρακτορείο ειδήσεων επισημαίνοντας: «Απέσυρα άμεσα τις φωτογραφίες από την πλατφόρμα». Παράλληλα, εξήγησε ότι τηρεί στάση αναμονής, περιμένοντας τις επίσημες επαφές με την ελληνική πλευρά προκειμένου να καθορίσει τη στάση του.
Η διαδικασία της επιστημονικής πιστοποίησης
Το πολυαναμενόμενο ραντεβού πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του συλλέκτη. Η ομάδα των Ελλήνων ειδικών φέρει μαζί της προηγμένα τεχνολογικά μέσα, προκειμένου να διεξάγει εξονυχιστικό έλεγχο γνησιότητας.
Οι εκτιμητές θα εστιάσουν σε μια λεπτομερή αυτοψία: Στην ανάλυση της υφής του φωτογραφικού χαρτιού, στον τρόπο εμφάνισης και τεχνικής της εκτύπωσης, αλλά και στην αποκρυπτογράφηση των χειρόγραφων σημειώσεων που ενδέχεται να υπάρχουν στην πίσω όψη. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, η οποία υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον πέντε με έξι ώρες για να ολοκληρωθεί. Εφόσον οι ειδικοί ανάψουν το «πράσινο φως» επιβεβαιώνοντας την αυθεντικότητά τους, η Πολιτεία θα προβεί στην επίσημη αναγνώριση της συλλογής ως μνημείου νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η νομική ασπίδα και το «πάγωμα» των πωλήσεων
Η πρόσφατη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων έχει ήδη δημιουργήσει νέα δεδομένα, αλλάζοντας το νομικό τοπίο. Η κήρυξη του συνόλου των εικόνων ως προστατευόμενου μνημείου προσφέρει ένα ισχυρό νομικό όπλο στη χώρα μας, μπλοκάροντας ουσιαστικά κάθε προσπάθεια μελλοντικής εμπορικής εκμετάλλευσης, δημοπράτησης ή μεταπώλησης του αρχείου σε τρίτους.
Αυτό το προστατευτικό πλαίσιο ισχυροποιεί τα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα των Ελλήνων απεσταλμένων. Το μεγάλο ζητούμενο είναι ο τρόπος απόκτησης: Εάν τα ντοκουμέντα θα περάσουν σε ελληνικά χέρια μέσα από την καταβολή κάποιου αντιτίμου (απευθείας αγορά) ή αν θα αναζητηθεί η φόρμουλα της παραχώρησης, δεδομένης της τεράστιας ιστορικής τους αξίας. Πάντως, οι πληροφορίες κάνουν λόγο για ένα αρκετά εποικοδομητικό κλίμα, με τον ιδιοκτήτη να δείχνει κατανόηση απέναντι σε ένα ξεκάθαρο γεγονός: Στη βαθιά ιστορική και συμβολική σημασία που έχουν αυτές οι εικόνες για τον ελληνικό λαό.
Η βαριά κληρονομιά του Σκοπευτηρίου
Τα τραγικά γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1944 αποτελούν ίσως την πιο αιματηρή και εμβληματική σελίδα της γερμανικής Κατοχής. Η σφαγή των διακοσίων φυλακισμένων από τα ναζιστικά στρατεύματα έχει ριζώσει βαθιά στη συλλογική συνείδηση της χώρας.
Τα συγκεκριμένα φωτογραφικά ευρήματα, εάν τελικά περάσουν τον έλεγχο γνησιότητας, ξεπερνούν την έννοια του απλού ιστορικού τεκμηρίου. Συνιστούν την αδιάψευστη οπτική καταγραφή ενός εγκλήματος πολέμου, προσφέροντας στην έρευνα και στην εκπαίδευση πολύτιμο υλικό για τη διατήρηση της άσβεστης ιστορικής μνήμης. Το βάρος πέφτει πλέον στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο καλείται να φέρει εις πέρας τη διπλή αυτή αποστολή: Την αδιαμφισβήτητη επιστημονική πιστοποίηση και την οριστική επιστροφή των κειμηλίων στη βάση τους.
















































