
Η κόκκινη μελόντικα, τα ζάρια στο καφενείο και τα Χριστούγεννα στον Μαραθώνα πριν από 50 χρόνια
Γράφει ο Γιώργος Πλακίτσης
Η Μαραθώνος δεν είχε πολλά φώτα. Ο δρόμος στενός, στην έξοδο από τη Νέα Μάκρη για να πας στον Μαραθώνα, ερημιά. Λίγα τα σπίτια, πού και πού κανένα αυτοκίνητο. Πριν φτάσουμε στην Αμερικάνικη Βάση, ο πατέρας μας έβαζε νεκρά, το αυτοκίνητο «ρόλαρε» και σιγά σιγά φαινόταν το αστέρι στο βάθος.
Ένα πανύψηλο δέντρο, στολισμένο, φωτισμένο, αυτό που λέμε «αμερικανιά» και δίπλα στον ιστό της σημαίας φωτισμένα ελαφάκια, το ένα μετά το άλλο. Το θέαμα, το ύψος, ήταν για εμάς πρωτόγνωρα.
Χριστούγεννα, διακοπές από το σχολείο, Μαραθώνας. Ένα χωριό που έχει ζωή. Ο κεντρικός δρόμος με τα λιγοστά για την εποχή αυτοκίνητα περπατιέται. Ο κόσμος κινείται.
«Καλημέρα, καλημέρα» ακούς. Στην πλατεία οι ταξιτζήδες περιμένουν, την πολυπόθητη κούρσα για «μέσα». Σαράντης Παυλής, Ζωρζοβούλης, Νάκος, Ξηγημένος, Μητσέας, Χρήστος Μέξης, στην αναμονή και στον έλεγχο της πιάτσας. Τα αυτοκίνητα είναι γκρι, με την ένδειξη στην πόρτα «Έδρα Μαραθών».
«Θανάσης», τζόγος και ουίσκι
Απέναντι στο καθαριστήριο «ΝΕΟΝ ΕΞΠΡΕΣ», ο Βασίλης Γεραμάνης σε μια ανάπαυλα από την πρέσα, γρατζουνά την «Κοινωνία ένοχη» ενώ ο Γκιαούρης πηγαινοφέρνει τον δίσκο με διπλά ούζα. Ο Μήτσος Δρόσος μόλις έχει ανοίξει το καφενείο «Τα Πλατάνια». Εκεί μαζεύεται όλη η νεολαία ενώ απέναντι, στο καφενείο του Σπανού, είναι σημείο συνάντησης μεγαλύτερων κι ως επί το πλείστον «αθλητών» του τζόγου.
Από το απόγευμα έως τα ξημερώματα –πολλές φορές και την ημέρα– τα τραπέζια του «Θανάση» και του «Κουμ Καν» παίρνουν φωτιά ένεκα των ημερών. Την τιμητική του, όμως, έχει το επιτραπέζιο άθλημα των κύβων, κοινώς «ζάρια», που μαζί με τον Μαραθώνιο Δρόμο, υπήρξε άθλημα του Μαραθώνα με ιδιαίτερες αξιώσεις. Στο Καφενείο του Σπανού και μετέπειτα του Ντάση, το ουίσκι έχει την τιμητική του και ρέει άφθονο. Εκεί οι παρέες, με άξονα την τοπική πολιτική, βρίσκονται και ομονοούν γύρω από τον Χρήστο Α. Κάκαρη, που ως νέος τοπικός βουλευτής τον ήθελαν όλοι δίπλα τους.
Ο Μαραθώνας είναι κεφαλοχώρι. Τι κι αν η φάτνη στην πλατεία είναι μικρή κι αφώτιστη, οι κάτοικοι δουλεύουν, έχουν άποψη, βγαίνουν, κερνάνε. Υπάρχει αγορά και κίνηση. Τα ραφεία του Κάτσα και του Νίκου Κόλια ετοιμάζουν τις handmade suit παραγγελίες που θα φορεθούν τις άγιες ημέρες ενώ οι νοικοκυρές βρίσκουν και του πουλιού το γάλα στα κλασικά μπακάλικα του Τσαμπάση, του Φασέα και του Γρηγόρη Στάμου, αλλά και στο super-market του Φώτη Καλέμη, που μόλις έχει ανοίξει.

Στα σπίτια, τα γλυκίσματα, τα μελομακάρονα, οι δίπλες και οι κουραμπιέδες, έχουν την τιμητική τους. Φουρνίζονται στους τοπικούς φούρνους του χωριού, με αγάπη κι επιμέλεια.
«Να τα πούμε;»
Παραμονές Χριστουγέννων και νέου έτους, όλη η πιτσιρικαρία ετοιμάζεται για τα κάλαντα. Από νωρίς το πρωί, παιδικές φωνές έψελναν και οι πόρτες των σπιτιών παρέμεναν ανοιχτές.
– Να τα πούμε;
– Ποιανού είσαι εσύ, βρε;
– Του Στέλιου, θεία.
Μια και στο χωριό, οι λέξεις «θείος» και «θεία» ήταν συνώνυμες του σεβασμού και της εκτίμησης, ή της μακριάς συγγένειας που, ακόμα κι αν δεν υπήρχε, λειτουργούσε ως τοπικός θεσμός.
Παρέα με τον Νίκο Ζαγάρη, αυτός με το τρίγωνο κι εγώ με μια μελόντικα Hohner, είχαμε από την προηγούμενη καταστρώσει το δρομολόγιο γνωστών και φίλων, που θα επισκεπτόμασταν. Η θεία η Πάτρα Παπαστάμου, γειτόνισσα κι αρχοντογυναίκα, μας υποδεχόταν πάντα και μας αγκάλιαζε ενώ ο άντρας της ο Τάκης, μπερκέτης, μας έκανε σεφτέ.
Γραμμή μετά για το αρχοντικό του Κάκαρη, όπου η θεία η Μαριγώ μάς καλοδεχόταν κάθε χρονιά. Βόλτες στη Σούφανη και με λυμένα τα κορδόνια από το περπάτημα, επίσκεψη στο ιατρείο του γιατρού Μαντρώζου. Η γνώριμη μυρωδιά του οινοπνεύματος και της σουλφαμιδόσκονης δεν μας πτοούσαν, γιατί ξέραμε ότι ο γιατρός –αν και Ολυμπιακός– ήτο φιλόμουσος κι ανοιχτοχέρης.
«Καλώς τα τζαβαράκια. Να περιμένετε να κατέβει κι η θεία η Κατίνα», μας έλεγε. Άνοιγε το πορτοφόλι του και το χαρτονόμισμά του ήταν ίσως το μεγαλύτερο «τιπ» της ημέρας. Αργά το μεσημέρι, εξουθενωμένοι αλλά και χαρούμενοι, κάναμε τη μοιρασιά, δίνοντας ραντεβού για την παραμονή του νέου έτους.
Ένα τραπέζι γεμάτο από αισθήματα
Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε και η κόκκινη αυτή μελόντικα, δώρο της μάνας μου, παίζει κάθε χρόνο τον ίδιο ρυθμό κι οι αναμνήσεις, σαν νότες, αντηχούν στα αυτιά μου.
Μαραθώνας. Το χωριό μου, οι παιδικές μου αναμνήσεις. Χριστούγεννα με απλούς ανθρώπους που είχαν καρδιά και όρεξη για προκοπή.
Φτωχοί και πλούσιοι έκαναν τα κουμάντα τους και το γιορτινό τραπέζι ήταν γεμάτο. Όχι τόσο απ’ τα αγαθά, αλλά απ’ τα αισθήματα. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Υπήρχε σεβασμός στους ανθρώπους, στα ήθη και τα έθιμα, στην κληρονομιά και την πίστη.
Έτσι μεγαλώσαμε εμείς και τόσες γενιές, σε μια κοινωνία που πάνω απ’ όλα μετρούσαν οι δεσμοί και η ανθρωπιά. Τα σπίτια άνοιγαν στις γιορτές, συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν, έπιναν και διασκέδαζαν και πάντα έλεγαν «έχει ο Θεός».
Ο Αντώνης Μπασταρδής, πατέρας των φίλων μου Γιώργου και Τάσου, κάθε χρόνο μάς έστελνε πεσκέσι μια νταμιτζάνα κόκκινο, αίμα, νέκταρ. Ήταν η πράξη, η φιλία, το «εις υγείαν». Αυτά μάς ένωσαν ως ανθρώπους. Το ζυμωτό ψωμί, η κουλούρα που με φροντίδα η νοικοκυρά ετοίμαζε, τα καλά ρούχα για την εκκλησία, ο πλανόδιος λαχειοπώλης που πάντα είχε την τύχη μας στα χέρια του.
Αναπολώ και κάθε χρόνο που ανεβαίνω στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής με τον αδελφό μου, για να βγάλουμε μπόσκες, θυμάμαι τις ιστορίες που μας έλεγε ο πατέρας μας για τις γιορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους. Θυμάμαι, επίσης, τη φροντίδα και την έγνοια που είχε να μοιράσουμε σε όλη τη βόρεια Αττική επιτοίχια ημερολόγια του νέου έτους με τη διαφήμιση των αυτοκινήτων που αντιπροσώπευε και την προσμονή των καταστηματαρχών να το κρεμάσουν, ευχόμενοι «καλή χρονιά».
Τα χρόνια πέρασαν, άνθρωποι έφυγαν, συνήθειες και έθιμα ατόνησαν, αλλά όσο κι αν μεγαλώσαμε, ο ήχος του τρίγωνου, η μυρωδιά της κουζίνας, οι ευχές και οι αγαπημένοι μας αξίζουν τις μέρες αυτές ένα χαμόγελο, γιατί όπως έλεγαν και οι παλιοί, «έχει ο Θεός».
Χρόνια πολλά, με υγεία, σε όλα τα σπιτικά!















































