Η ταβέρνα που έχτισε μύθο γύρω από το κρέας της και ο Τάκης Τσίρκας, ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο

Στη στρωμένη με πλάκα καρύστου αυλή η σκιά περίσσευε. Δεν μπορούσε να περάσει ούτε ίχνος ηλιαχτίδας και φρόντιζαν γι’ αυτό τα πεύκα που «αγκάλιαζαν» τον μικρό αλλά πολύ φιλόξενο χώρο όπου για κάτι περισσότερα από 30 χρόνια σερβίρονταν τα θρυλικά παϊδάκια του Τάκη, τα μπιφτέκια της Ελένης και τα κολοκυθάκια της Γεωργίας, μαμάς των δύο και ψυχής της κουζίνας.

Για αμέτρητα μεσημέρια Κυριακής, ποτήρια τσοούγκριζαν σε ένα από τα πολλά σημεία συνάντησης της Αγίας Μαρίνας, που χωρούσε από τις διαφωνίες των ντόπιων για τα πολιτικά, μέχρι τις ανταλλαγές απόψεων για το χρηματιστήριο και τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που ερχόνταν εκδρομή από την Αθήνα με τις οικογένειές τους.

Επί 11.648 ημέρες, με εξαίρεση τις Τρίτες του χειμώνα, ο «Γέρος» φρόνιζε ο κόσμος που τον τιμούσε με την παρουσία του να φεύγει χαρούμενος. Ο δε Δημήτρης Τσίρκας, γνωστός ως Τάκης από την εποχή που η Αγία Μαρίνα ονομαζόταν Γεροτσακούλι, δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να νιώθει ότι τους φρόντισε όλους, γνωστούς και αγνώστους. Έτσι ηρεμούσε η δική του ψυχή, με το να είναι δοτικός…

Στην Αγία Μαρίνα του ’60 και του ’70

Οι πρώτοι κάτοικοι στο Γεροτσακούλι ήταν Σαρακατσάνοι που πήραν από τον Πλαστήρα γη τόσο εδώ όσο και στην Πεντέλη. Οι περισσότεροι μετακινούνταν συνεχώς, κάποιοι όμως επέλεξαν να εγκατασταθούν μόνιμα, να φτιάξουν τα πρώτα πέτρινα σπίτια και να ασχοληθούν με τα ζώα. Εδώ γεννήθηκε ο πατέρας του Τάκη και της Ελένης, Κωνσταντίνος κι εδώ έκανε την οικογένειά με τη σύζυγό του, άλλοτε πουλώντας ό,τι έβγαζαν τα ζώα του κι άλλοτε δουλεύοντας ως οικοδόμος.

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τσίρκας

Τα αδέρφια μεγάλωσαν στις αλάνες της Αγίας Μαρίνας, όπου τη δεκαετία του ’60 ήταν πολύ σπάνιο ένα αυτοκίνητο να διακόψει το παιχνίδι των κοριτσιών ή τον αγώνα των αγοριών στο γήπεδο ποδοσφαίρου, πάνω από τη σημερινή πλατεία.

Η τοπική οικονομία στηριζόταν πολύ στους επισκέπτες και στα χρήματα που άφηναν στις ταβέρνες και κάπως έτσι έβγαζε και ο Τάκης το χαρτζιλίκι του τα καλοκαίρια, όταν έκλεινε το σχολείο. Αφού πέρασε από διάφορες μικροδουλειές, έπεισε τον πατέρα του να ανοίξουν οι ίδιοι μια ταβέρνα και ξεκίνησαν να τη χτίζουν στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Η κοπέλα που έκλαιγε, ο Ξυλούρης και ο μύθος

Ο «Γέρος» υποδέχθηκε για πρώτη φορά κόσμο στις 9 Φεβρουαρίου του 1980, την επομένη του θανάτου του Νίκου Ξυλούρη, με μια ηχηρή απουσία. Ο Κωνσταντίνος Τσίρκας αρρώστησε και έφυγε από τη ζωή έναν χρόνο νωρίτερα, αλλά έστω κι έτσι πρόλαβε να ετοιμάσει σχεδόν τα πάντα ώστε η ταβέρνα να λειτουργήσει αρμονικά από την πρώτη ημέρα.

Το μόνο που δεν είχε προβλέψει ήταν το όνομα, το οποίο εμπνεύστηκαν τα παιδιά του για να τιμήσουν τη μνήμη του. Κάποτε, πολύ νέος ακόμα, δούλευε σε ένα χωράφι στο Γεροτσακούλι και μια κοπέλα πέρασε μπροστά του κλαίγοντας. Τη ρώτησε από ενδιαφέρον τι είχε και η απάντηση που πήρε, λόγω της αγριάδας που είχε το πρόσωπό του από τις δυσκολίες της εποχής, ήταν «άσε μας ρε γέρο».

Η Ελένη Τσίρκα

Χρειάστηκε λίγος καιρός ώστε η γειτονιά, η Νέα Μάκρη και οι επισκέπτες από τις γύρω περιοχές και την Αττική να πειστούν ότι ο «Γέρος» δεν ήταν «εστιατόριο πολυτελείας» μια και η φρέσκια όψη, ο στολισμός και η πλάκα Καρύστου παρέπεμπαν σε τέτοιο. Παρότι υπήρχαν πολλές ψησταριές παρατεταγμένες στη σειρά, ο Γέρος πήρε γρήγορα το δικό του μερίδιο κόσμου και για όσα χρόνια έμεινε ανοικτός έχτισε μύθο για το καλό του κρέας.

Ο καθένας είχε το πόστο του στο μαγαζί κι όλοι μαζί την ίδια έννοια. Οι πελάτες να διαφημίζουν την ποιότητα από στόμα σε στόμα. Κάπως έτσι, ο Γέρος έχτισε σταθερή πελατεία, έζησε χρυσή δεκαετία από το 1990 έως το 2000 κι ο Τάκης με την Ελένη έκαναν σχέσεις ζωής.

Το τέλος του «Γέρου», η Κική και το «αντίο»

Ήταν 31 Δεκεμβρίου του 2011, όταν ο «Γέρος» στολίστηκε για τελευταία φορά κι όχι για την περίσταση της αλλαγής χρόνου. Οικογένεια κι εργαζόμενοι απέτισαν με ένα γερό γλέντι φόρο τιμής σε μια πορεία 31 ετών και η πόρτα έκλεισε οριστικά, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής.

Ο Τάκης εξασφάλισε τη σύνταξή του, ασχολήθηκε επιτέλους με τον κήπο του, που τόσο αγαπούσε και ένωσε τη ζωή του με την Κική. Το περασμένο καλοκαίρι αρρώστησε, έδωσε γερή μάχη και φάνηκε ότι τα καταφέρνει.

Έφυγε τελικά στα 74 του από ένα μικρόβιο, ταλαιπωρημένος αλλά πολύ γεμάτος, στο μέρος που αγαπούσε. Δεν είναι και λίγο να μιλούν για σένα με τα καλύτερα λόγια. Ούτε να σε σταματούν στον δρόμο χρόνια μετά το κλείσιμο του μαγαζιού και να θυμούνται με νοσταλγία τα κολοκυθάκια της Γεωργίας, τα μπιφτέκια της Ελένης και τα θρυλικά παϊδάκια σου…

Προηγούμενο άρθροΤα ΕΛΤΑ έκλεισαν το υποκατάστημα στον Μαραθώνα – Δυσαρέσκεια και αντίδραση από τον Τσίρκα
Επόμενο άρθροΚορωπί: «Έχουμε σχέση αγάπης με τον σύντροφό μου» λέει η 40χρονη που ξυλοκοπήθηκε