Το μπαράκι που έγινε στέκι και σημείο αναφοράς στη νυχτερινή ζωή της πόλης

Του Κώστα Ζοργιού

Το απόγευμα που ο Γρηγόρης Αποστολίδης κοίταξε επίμονα ένα κλειστό μαγαζί στη Νικολάου Πλαστήρα και πίσω από την εγκατάλειψη, είδε την αντανάκλαση του μεγάλου ονείρου του, έγινε το πρώτο βήμα μιας σημαντικής αλλαγής στη διασκέδαση της Νέας Μάκρης. Η ζωή, βέβαια, είναι ένας κύκλος και ο κύκλος αυτής της ιστορίας ξεκινά περίπου 9.000 χλμ ή 11 ώρες πτήσης μακριά από τα μέρη μας.

Γεννήθηκε το 1974 στις ΗΠΑ, όπου μετανάστευσαν οι γονείς του για μια καλύτερη ζωή και έξι χρόνια αργότερα, βρέθηκε από τους 600.000 κατοίκους του Ντιτρόιτ, στους λιγότερους από 1.000 της Αγίας Μαρίνας, όπου εντελώς τυχαία μετακόμισε η οικογένειά του. Τότε, στο χωριό υπήρχαν η Εκκλησία, το περίπτερο του Μπιμπίκου, ο φούρνος του Τσίρκα, το σούπερ μάρκετ του Μαντέλα, το βενζινάδικο Μαμιδάκης, το χρωματοπωλείο του Κοσμά και οκτώ ταβέρνες.
Δίπλα σε αυτά τα μαγαζιά χώρεσε και το «Γεροτσακούλι», που άνοιξε ο πατέρας του. Ο Γρηγόρης μεγάλωσε μέσα σε αυτό το μικρό καφενείο από το οποίο περνούσε καθημερινά όλη η Αγία Μαρίνα κι εκεί ήταν που έμαθε τα πρώτα μυστικά της εστίασης.

Αφού τελείωσε το σχολείο και τη θητεία του, ξεκίνησε να ψάχνει την πρώτη του δουλειά και σύντομα βρέθηκε ως μπουφετζής πίσω από τη μπάρα του Choros Cafe που μόλις είχε ανοίξει στην παραλία της Νέας Μάκρης.

«Εσύ είσαι για Αθήνα»

Αρκετό καιρό και πολλή δουλειά αργότερα, ένα μεσημέρι καλοκαιριού, ο περίεργος πελάτης τον παρατήρούσε πώς δουλεύει. «Εσύ δεν είσαι για εδώ, θα σε πάρω στην Αθήνα». Κάπως έτσι βρέθηκε στον «Μπόμπο» στο Κεφαλάρι, να φτιάχνει κοκτέιλ για πολιτικούς, ηθοποιούς κι ένα σωρό απαιτητικούς celebrities, φοιτώντας ουσιαστικά σε ένα μεγάλο «σχολείο» που του άνοιξε πόρτες και για άλλα γνωστά μαγαζιά όπως το Jacksons, το Envy και το Jourfixe.

Μετά από επτά χρόνια πήγαινε – έλα στην Αθήνα και έχοντας αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, επέστρεψε για το μικρό Sante στη Ραφήνα και από εκεί για την Πρόβα και το Win’s που ήταν στα ντουζένια τους.

Και φτάνουμε στα μισά του κύκλου, στο απόγευμα που κοιτάζει επίμονα ένα παρατημένο μαγαζί στην Πλαστήρα και βλέπει την αντανάκλαση του ονείρου του. Παρότι αρκετοί τον λένε τρελό γιατί «έχεις τόσο κοντά τη θάλασσα και εσύ ανοίγεις μπαρ σε ένα στενό της Μάκρης;», νιώθει ότι κάτι λείπει από την περιοχή…

Μεγάλη Τρίτη του 2004

Είναι Μεγάλη Τρίτη του 2004. Έχοντας ρίξει στο μαγαζί πολλή προσωπική δουλειά παρέα με ένα σωρό φίλους που βοήθησαν, καθώς και όλες του τις οικονομίες λέει στον Μιχάλη, κολλητό του και μετέπειτα κουμπάρο του: «Δεν το ανοίγουμε απόψε δοκιμαστικά να δούμε ότι λειτουργούν όλα νορμάλ;».

Μία ώρα αργότερα, ένα μπαράκι 60 τετραγωνικών με πολλά χρώματα, ακόμη περισσότερη ζεστασιά και μια ταμπέλα με το όνομα Goya, έχει γεμίσει από ντόπιους και λίγους επισκέπτες του Πάσχα. Δύο φίλες τους που είχαν πάει να τους δουν και να πιουν ένα ποτό, βρίσκονται ξαφνικά να εκτελούν χρέη σερβιτόρων, να τρέχουν και να μην προλαβαίνουν…

Το Goya, που οφείλει το όνομά του στην τεχνοτροπία με την οποία βάφτηκαν οι τοίχοι του, έχει μόλις κάνει εγκαίνια. Κι ένα πολύ δυναμικό ξεκίνημα.

Οι γνωριμίες του Γρηγόρη από τα χρόνια δουλειάς σε μεγάλα μαγαζιά, η δημοφιλία του και η καλή μουσική που παίζει, με ποπ στο ξεκίνημα, ροκ στη συνέχεια και λίγη ελληνική ροκ στο μεσοδιάστημα, φέρνουν συνεχώς πελατεία. Το πρώτο καλοκαίρι ο κόσμος κλείνει μέχρι και την Πλαστήρα, αδιαφορώντας ότι λίγο πιο κάτω θα δει θάλασσα, ενώ δεν υπάρχει μέρα που να μην είναι γεμάτο ούτε τον χειμώνα που ακολουθεί.

Άλλοι μέσα στη ζεστασιά των 60 τετραγωνικών, άλλοι στην καταπράσινη αυλή, αλλά όλοι μαζί μια παρέα. Κι αυτό είναι το μυστικό του… Το γεγονός ότι όλοι νιώθουν οικεία, ότι μπορείς να πας μόνος ή μόνη και να βρεις ανθρώπους να πιεις παρέα το ποτό σου και να πεις δυο κουβέντες.

Εικοσάρηδες και πενηντάρηδες στην ίδια μπάρα

Η πόρτα άνοιγε στις 6 το απόγευμα και το ξύλινο μπαρ τους χωρούσε όλους. Υποδεχόταν κόσμο από το Γραμματικό μέχρι τη Λούτσα και με το πέρασμα του χρόνου αρκετούς σταθερούς πελάτες από το Χαλάνδρι, την Αγία Παρασκευή και τον Χολαργό.

Τα χειμωνιάτικα βράδια του Champions League έσφυζε από γυναίκες, ενώ το μεγάλο του μυστικό ήταν ότι δεν υπήρχαν ηλικιακοί ή οποιουδήποτε άλλου είδους περιοριορισμοί.

Doors και Led Zeppelin άκουγε η παρέα των 20χρονων, Doors και Led Zeppelin άκουγαν ο δήμαρχος Ιορδάνης Λουίζος και οι αντιδήμαρχοι ή ακόμα και οι ιδιοκτήτες, οι μετρ, πορτιέρηδες και barmen μεγάλων μαγαζιών της περιοχής. Η επίσκεψή τους αποτελούσε απόδειξη ότι ο Γρηγόρης, ο Κωστόπουλος, ο Κεπέσης, η Δέσποινα, ο Σαπουνάς και ο Ορέστης Παπαδόπουλος, που πέρασαν από το μαγαζί, το δούλευαν με χαμόγελο, σέβονταν, κερνούσαν και σε έκαναν να νιώθεις ότι πίνεις ποτό στο σπίτι σου. Όλοι, δε, είχαν να λένε για τα κοκτέιλ του Γρηγόρη…

Στο Goya ξεκίνησαν και ολοκληρώθηκαν σχέσεις, έγιναν γνωριμίες που κατέληξαν σε γάμο και οικογένειες, δημιουργήθηκαν φιλίες και κουμπαριές. Οργανώθηκαν μασκέ πάρτι, πρωτοχρονιάτικα ξενύχτια, μέχρι και γλέντια γάμου, κάποιοι ένιωθαν τόσο άνετα που μετά από χρόνια έβαζαν μόνοι τους ποτό όταν το μπαρ παραήταν απασχολημένο.

Ο Γρηγόρης δεν έθεσε ποτέ ως προτεραιότητα να βγάλει πολλά λεφτά. Είχε όνειρο ζωής να ανοίξει ένα μπαρ που θα γίνει στέκι και κατάφερε να κερδίσει αυτόν τον τίτλο τιμής για το δημιούργημά του και να τον κρατήσει έως το τέλος.

Η βραδιά που έκλεισε η πόρτα

Βλέποντας ότι ο κλοιός στενεύει και ότι η θηλιά της οικονομικής κρίσης αρχίζει να σφίγγει, το 2011 πήρε τη δύσκολη απόφαση. Για πολλούς ακατανόητη μια και το Goya εξακολουθούσε να έχει κόσμο, για άλλους στενάχωρη γιατί έχαναν το στέκι τους. Για τον ίδιο, απαραίτητη.

Ένα βράδυ Ιανουαρίου του 2012, η πόρτα έκλεισε οριστικά κι υπήρξαν άνθρωποι που εκείνη την τελευταία νύχτα έκλαψαν που έχασαν το στέκι τους. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Νέα Μάκρη έχει αλλάξει, ο τρόπος που διασκεδάζουμε έχει αλλάξει, η μουσική είναι διαφορετική και τα μπαρ που λες «στέκια» σπανίζουν. Ο ίδιος ο Γρηγόρης έχει αλλάξει.

Έχοντας πλέον απομακρυνθεί από τη νύχτα, ασχολείται πάλι με την εστίαση αλλά αυτή τη φορά μέσα στο Μικρό Καφέ, που άνοιξε το 2020. Εκεί μαθαίνουν σήμερα τα παιδιά του τα μυστικά που εκείνος έμαθε σε ένα μικρό καφενείο. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη συμπτώσεις, η μοίρα το έφερε έτσι που το Μικρό Καφέ βρίσκεται ακριβώς μεσοτοιχία από το «Γεροτσακούλι», το μαγαζί που 40 χρόνια πριν άνοιξε ο πατέρας του…

Προηγούμενο άρθροΠανευρωπαϊκό ντοκιμαντέρ του Euronews γυρίστηκε στο Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης (φωτογραφίες)!
Επόμενο άρθροΠανελλήνιο Πρωτάθλημα Drift στον Μαραθώνα – Εκπλήξεις υπό το βλέμμα χιλιάδων θεατών (vid)