Γράφει η Κωνσταντίνα Ζαγάρη

«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί,

Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου

πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς

ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας»

Ιωάννης Δαμασκηνός

Στις αρχές του 1900, οι περίπου 1.000 όλοι κι όλοι κάτοικοι του Μαραθώνα, συνδεδεμένοι μεταξύ τους με στενή ή μακρινή συγγένεια, ετοιμάζονταν να γιορτάσουν τη Λαμπρή, την πιο μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης. Τα Άγια Πάθη με ευλάβεια και σεβασμό και την Ανάσταση με χαρά και ξεφαντώματα. Οι άνθρωποι που ζούσαν τότε εδώ, ήταν απόγονοι τρίτης και τέταρτης γενιάς των πολεμιστών του 1821.

Σε εκείνες τις γενιές, το Πάσχα θύμιζε την Ανάσταση του Γένους από την σκλαβιά.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήταν η εθνική τους γιορτή, αλλά είχαν στο κεφάλι τους τον τοποτηρητή Μπέη, από τον οποίο προέρχεται το τοπωνύμιο της γειτονιάς στην είσοδο του χωριού.

Πίστευαν πραγματικά οι τότε γενιές στην Ανάσταση και ταύτιζαν τη ζωή τους μ’ αυτήν τη μεταμορφωτική δύναμη, ως κάθαρση, αναγέννηση, αγιασμό και λύτρωση.

Τα μηνύματα της Πασχαλιάς τα έφερνε το ξύπνημα της φύσης. Για τον τότε απλοϊκό τρόπο ζωής, το Πάσχα ήταν σταθμός.

Οι γεωργικές εργασίες, το νοικοκυριό και η καμπάνα του Άη Γιάννη

Στο διάστημα των επτά εβδομάδων της Σαρακοστής δούλευαν σκληρά για να τελειώσουν τις χειμερινές γεωργικές τους εργασίες, χωράφια, αμπέλια, ελιές, μέχρι το Πάσχα. Η εποχή που ακολουθούσε, ετοίμαζε την παραγωγή.

Οι γυναίκες πέρα από την προετοιμασία των νοικοκυριών τους, έβαζαν στόχο να τελειώσουν μέχρι το Πάσχα, ακόμα και με νυχτέρια στο φως του λύχνου, ό,τι είχαν στο χέρι. Υφαντό στον αργαλειό, γνέσιμο στη ρόκα, κεντήματα, ραψίματα, δαντέλες ή κοπανέλια. Χειροτεχνήματα για να ντύσουν σπίτι και οικογένεια ή για να βάλουν κάτι στην κασέλα για την προίκα. Ήταν παλιά συνήθεια, ώστε να γιορτάζουν ξέγνοιαστες και να ξεκινούν μετά κάτι νέο.

Μαζί με το αναγάλιασμα της άνοιξης, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, τον τόνο έδινε, κρεμασμένη στο κλαδί ενός γέρικου δέντρου, η καμπάνα της εκκλησιάς του Άη Γιάννη.

Βρισκόταν στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα η μητρόπολη του Μαραθώνα. Ήταν ένα μικρό εκκλησάκι στην ασχημάτιστη τότε πλατεία, της οποίας τα κόκκινα χώματα παρέσυρε ένας χείμαρρος ερχόμενος από το Γραμματικό και τα οδηγούσε στο ποτάμι, στον Χάραδρο. Γι’ αυτό η περιοχή λεγόταν Κοκκινάριζα.

Υπήρχε και το εκκλησάκι Ταξιάρχες στη Σούφανη, τη γειτονιά που βρισκόταν από την άλλη μεριά του χειμάρρου. Οι δυο γειτονιές ενώνονταν μ’ ένα ξύλινο γεφυράκι.

Κεφαλοχώρι

Εκείνη την εποχή, ο Μαραθώνας μπορεί να ήταν ένα μικρό χωριό, αλλά θεωρούνταν κεφαλοχώρι, έδρα του ομώνυμου δήμου, του οποίου τα όρια άρχιζαν κάπου στα Σπάτα και τέλειωναν στο Μαρκόπουλο Ωρωπού. Το πλησιέστερο χωριό στον Μαραθώνα ήταν το ορεινό Γραμματικό.

Η Νέα Μάκρη, η Ραφήνα, ο οικισμός στο Κάτω Σούλι κι ο Συνοικισμός, δεν υπήρχαν. Σε αυτούς τους χώρους κατέφυγαν και πρόκοψαν αδέρφια μας από τις χαμένες πατρίδες της Ανατολής.

Μονοπάτια συνέδεαν τον Μαραθώνα με τους μικρούς οικισμούς Άνω Σούλι, Καλέτζι, Βαρνάβα και πιο πέρα με Καπανδρίτι και Κιούρκα. Κύριο μέσο μετακίνησης ήταν τα ζώα. Ο μόνος αμαξωτός δρόμος ο πανάρχαιος Μαραθών-Παλλήνη-Αθήνα.

Τα σπίτια του Μαραθώνα

Τα σπίτια ήταν ασβεστωμένα, με μεγάλες αυλές, χωρισμένες με μάντρα από ξερολιθιά. Μέσα εκεί υπήρχε ο φούρνος, η τρακάδα (από ξύλα), κλαριά και κάποιο δωματιάκι για τα ζώα. Υπήρχαν και οι διώροφες κατοικίες, της νεότερης αττικής αρχιτεκτονικής. Ο πάνω όροφος ήταν η κατοικία και χωριζόταν σε δυο τρία δωμάτια με ταβάνι και ξύλινο πάτωμα. Ο κάτω όροφος ήταν αποθήκη ή στάβλος. Οι δυο όροφοι επικοινωνούσαν με λίθινη σκάλα, που οδηγούσε στο χαγιάτι του πάνω (καγκελόφρακτο και κεραμόσκεπο).

Στη δροσιά του χαγιατιού ξεκαλοκαίριαζε η οικογένεια σε σκαμνάκια και στρωσίδια. Στη μέση της αυλής η σκιερή μουριά και στους φράχτες αμυγδαλιές, συκιές και δεντρολίβανα. Στους ασβεστωμένους γκαζοντενεκέδες ή στο χώμα, κατιφέδες και βασιλικά.

Μερικές οικογένειες δίπλα στην αυλή είχαν κήπο (γκάρδι) για λαχανικά, που πότιζαν με το νερό της βροχής, τρεχούμενο δεν υπήρχε. Το νερό κουβαλούσαν από το μοναδικό πηγάδι της Λεύκας, στην έξοδο του χωριού, προς τη λίμνη Μαραθώνος. Εκεί, πότιζαν και τα ζώα τους. Το πλύσιμο του ιματισμού, γινόταν στην ακροποταμιά του Χάραδρου.

Φωτισμός, λάμπες πετρελαίου, λυχνάρια και φανάρια με λάδι και φιτίλια. Σε γιορτινές βραδιές τα μαγαζιά χρησιμοποιούσαν ασετιλίνη.

Τ’ άστρα και το φεγγάρι, τις ασύννεφες βραδιές, φώτιζαν δρόμους, αυλές και γειτονιές.

Η ιερότερη εβδομάδα του έτους

Η καθημερινή φορεσιά των γυναικών ήταν φούστα κάτω από το γόνατο, με λωρίδα κεντημένη στον ποδόγυρο, πουκάμισο ή πόλκα, ζακέτα ή σάλι πλεκτά για το κρύο και μαντήλι στα μαλλιά. Οι ηλικιωμένες φορούσαν μακριά μάλλινα μεσοφόρια υφαντά, ενώ οι… εξελιγμένες νέες κοπέλες φορούσαν φορέματα. Οι άντρες επέλεγαν πουκαμίσες με πιέτες και υφαντά παντελόνια με γκέτες, ενώ οι νεότεροι είχαν αρχίσει να ντύνονται «ευρωπαϊκά», φορούσαν δηλαδή κοστούμια.

Σαν έφτανε του Λαζάρου και των Βαΐων, άρχιζε η ιερότερη εβδομάδα του έτους, όλοι βρίσκονταν σε μια θρησκευτική έξαρση κι όλες οι εργασίες προσαρμόζονταν με το ωράριο της Εκκλησίας.

Του Λαζάρου, τα παιδιά με καλαθάκια ανθοστολισμένα γύριζαν στις γειτονιές, λέγοντας τα κάλαντα:

«Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες

Είδα πόνους, είδα φόβους, είδα βάσανα και πόνους».

Οι νοικοκυρές τούς έδιναν αυγά. Τότε συνήθιζαν να κάνουν και κόλλυβα, γιατί συνέδεαν τον Λάζαρο με τους νεκρούς.

Σπύρος και Ελένη Ζαγάρη

Την Κυριακή το πρωί, πήγαιναν στην εκκλησία, για να ξαναζήσουν το ιερό γεγονός, την είσοδο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ και να πάρουν βάγια. Το «βάγιο» του ο καθένας το κρεμούσε στο εικονοστάσι, για λιβάνισμα και για να διώχνει το κακό.

Το βράδυ με τον «Νυμφίο, που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…», άρχιζαν να ζουν τα συμβάντα.

Όλοι με κεριά στα χέρια. Τα κεριά και τις λαμπάδες προμηθεύονταν από τους μελισσοκόμους, που ήξεραν να τα φτιάχνουν από κηρήθρες και καθώς καίγονταν, μοσχοβολούσε μέλι.

Παράλληλα με την Εκκλησία, έπρεπε να προχωρούν και οι δουλειές, τα σπίτια να αστράφτουν από καθαριότητα, οι αυλές και οι μάντρες ν’ ασβεστωθούν.

Η κάθε οικογένεια έκανε το πρόγραμμά της, να έχει εξασφαλίσει το αρνί, το κρασί, ψωμί, τυρί και γιαούρτι. Το πατροπαράδοτο τραπέζι της Λαμπρής.

Ιδιαίτερη χαρά και μεγάλη προετοιμασία είχαν οι οικογένειες με παιδί αρραβωνιασμένο. Όφειλαν κατά το έθιμο να προετοιμάσουν τα δώρα ο γαμπρός για τη νύφη και αντιθέτως. Η μικρή κοινωνία περίμενε να δει το νέο ζευγάρι. Ήταν σημαντική η ανανέωση σχέσεων των οικογενειών.

Την πρώτη θέση είχαν τα κόκκινα αυγά. Μ’ αυτά στόλιζαν τις κοσόνες (τα ψωμιά) και τις παιδικές πασχαλινές κουλούρες. Μεγάλη χαρά αυτό το δώρο για τα παιδιά τότε.

Μεγάλη Πέμπτη γύρω από τον Εσταυρωμένο

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης όλοι γύρω από τον Εσταυρωμένο. Είτε στον μικρό Άη Γιάννη είτε στους Ταξιάρχες.

Τα εκκλησάκια φωτισμένα με τα καντήλια και τα κεριά, δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα με το άρωμα του λιβανιού και προκαλούσαν συγκίνηση τα λόγια του ιερέα και οι ψαλμοί.

Οι πιο μεγάλες γυναίκες που ήξεραν από πένθη και λύπες, συμπαραστέκονταν στον Εσταυρωμένο όλη τη νύχτα, για να μην αφήσουν μόνο το παιδί της Παναγίας κρεμασμένο στον Σταυρό.

Παναγιώτα Ζαγάρη

Ο Επιτάφιος

Και την άλλη μέρα, τη Μεγάλη Παρασκευή, οι γεροντότερες δεν έπιναν ούτε νερό, όπως τις ώρες του πένθους.

Ο Επιτάφιος λιτός, στολισμένος με αγριολούλουδα, που κοπέλες και παιδάκια μάζευαν με την πρωινή δροσιά. Οι μεγαλύτερες έδειχναν στις μικρότερες πώς να διαλέγουν τα λουλούδια και να τα περνούν με βελόνα και κλωστή, ώστε να κάνουν όμορφες γιρλάντες. Μ’ αυτές τις γιρλάντες και χρυσοκλωστές (μπλίρα) ολοκλήρωναν τη διακόσμηση του Επιταφίου. Όταν ήταν έτοιμος, πριν την Αποκαθήλωση, οι γυναίκες τραγουδούσαν το θλιβερό μοιρολόι της Παναγιάς, «σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα…», τον συγκινητικό θησαυρό της λαϊκής, ορθόδοξης ποίησης.

Το βράδυ μέσα στην απέραντη ησυχία και γαλήνη της ανοιξιάτικης νύχτας, άρχιζε η ακολουθία του Επιταφίου.

«Η ζωή εν τάφω…», «Άξιον εστί…», «Αι γεννεαί πάσαι…», παρ’ όλο που δεν κατανοούσαν απόλυτα ‒όπως κι εμείς ίσως σήμερα‒ τα ποιητικά αριστουργήματα της βυζαντινής ποίησης, προσπαθούσαν να τα πλησιάσουν με την ευλαβική ψυχή τους. Όλοι προσκυνούσαν τον Επιτάφιο και μετά ακολουθούσαν την περιφορά του με τα κεριά στα χέρια.

Παρόντες στο εκκλησίασμα κι οι «βλάχοι», όπως έλεγαν τους τσοπαναραίους, τους αγκυροβολημένους εκατοντάδες χρόνια γύρω απ’ τις χαμηλές βουνοπλαγιές του Μαραθώνα, Σαρακατσαναίους. Οι άντρες με τα μαύρα υφαντά κουστούμια τους και οι βλαχοπούλες με τις μακριές πλισέ φούστες, τα ζωηρόχρωμα μπλουζάκια και τα πολύχρωμα μαντήλια, δεμένα με χάρη γύρω απ’ τα δροσερά πρόσωπα.

Όλοι μαζί, αυτό το ανθρώπινο ποτάμι, περπατούσε στους χωματόδρομους, γειτονιά – γειτονιά, σταματώντας στα σταυροδρόμια για δέηση αλλά και σε σπίτια ηλικιωμένων που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Οι γυναίκες έραιναν τον επιτάφιο με λουλούδια.

Η περιφορά έφτανε μέχρι τα όρια του κάμπου για να ευλογηθεί η γη. Όταν επέστρεφε στην εκκλησία ο Επιτάφιος, μικροί μεγάλοι περνούσαν από κάτω για να πάρουν χάρη, συγχώρεση και βοήθεια. Η ευλαβική «κηδεία» δεν τελείωνε εκεί. Οι γυναίκες συμπαραστέκονταν όλη τη νύχτα πλάι του.

Οι τελευταίες ετοιμασίες, Χριστός Ανέστη

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όλοι έτρεχαν στην Εκκλησιά για να μεταλάβουν. Η λύπη της Μεγαλοβδομάδας είχε περάσει και συγκεντρώνονταν πια στις τελευταίες ετοιμασίες.

Οι άντρες ετοίμαζαν το αρνί ή το κατσίκι και οι γυναίκες φρεσκάριζαν τα ρούχα καινούργια ή παλιά) που θα φορούσαν στη μεγάλη γιορτή. Το βράδυ του Σαββάτου κοιμόντουσαν νωρίς, ώστε το χάραμα να σηκωθούν για την Ανάσταση.

Πουθενά δεν υπάρχει θάνατος πια, πουθενά δεν υπάρχει σκοτάδι , «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».

Πριν βγει ο ήλιος, μετά το «Δεύτε λάβετε φως», όλοι έξω στη μεγάλη Εκκλησιά της φύσης.

Την ώρα που ο ήλιος έβαφε ρόδινα τα γύρω βουνά, οι ψαλτάδες έλεγαν «αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών…» και ύστερα τα στιχηρά του Πάσχα, μετά το Χριστός Ανέστη. Όλοι φιλούσαν την εικόνα και οι άντρες τον παπά στο κούτελο.

Πηγαίνοντας στο σπίτι έκαναν με τη λαμπάδα σταυρό στο κατώφλι, άναβαν το καντήλι με το Άγιο Φως και προσπαθούσαν να το κρατήσουν όλη τη χρονιά για ευλογία.

Το χωριό έχει γιορτή

Μετά από τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής, άρχιζε η απόλαυση του φαγητού.

Πρωί πρωί με τη μαγειρίτσα, τ’ αυγά και τους μεζέδες. Ακολουθούσε το ψήσιμο του οβελία. Συνήθιζαν τότε οι άνθρωποι να μαζεύονται κοντά – κοντά να ψήσουν τ’ αρνιά τους, όχι μόνο οικογένειες, αλλά ολόκληρες γειτονιές (έθιμο που είχε μείνει από την Τουρκοκρατία, που υπήρχε ανάγκη να συσπειρώνονται οι άνθρωποι για να γιορτάσουν). Το ψήσιμο γινόταν σε λάκκους που άνοιγαν και χρησιμοποιούσαν τα κλαδιά που μάζευαν απ’ τα κλαδέματα.

Οι άντρες έριχναν μπαρουτιές για πανηγυρισμό.

Στις τρεις το απόγευμα η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα και καλούσε όλους στην Εκκλησία για την Αγάπη. Πήγαιναν ντυμένοι με τα καλύτερα ρούχα τους.

Ήταν μια ώρα επίδειξης, εμφάνισης όλων στην εκκλησία πρώτα και στην συνέχεια στην πλατεία.

Μετά το Χριστός Ανέστη, ερχόταν η ώρα να πανηγυρίσουν όλοι μαζί. Τα όργανα ‒βιολιά, νταούλια και φλογέρα ή κλαρίνο‒ τούς περίμεναν έξω από την εκκλησία, για τον δημοτικό χορό. Ένα αυτοσχέδιο, αυθόρμητο γλέντι.

Τα όργανα άρχιζαν να λαλούν τα ωραία παραδοσιακά τραγούδια κι όλοι έμπαιναν στον χορό, που πρώτος έσερνε ο δήμαρχος.

Λέγεται, ότι ένα κόκκινο αυγό το κρατούσαν στο εικονοστάσι όλο τον χρόνο και το έσπαγαν στο χωράφι την επόμενη άνοιξη για καλή σοδειά.

Υστερότερα, όταν το Πάσχα έπεφτε αργά και ο καιρός ήταν πιο ζεστός, πολλοί πήγαιναν μετά το ψήσιμο του αρνιού βόλτα στον κάμπο ή στο Σχινιά, όπου στήνονταν νέα γλέντια με χορό και τραγούδι.

Του Άη – Γιωργιού, αν έπεφτε δεύτερη μέρα του Πάσχα, την τιμητική του είχε ο Άη -Γιώργης στο Βρανά. Άλλη μια ευκαιρία για γλέντι, που τόσο είχαν ανάγκη.

Με το καλό ν’ Αναστήσουμε, ότι ποθεί ο καθένας!

*Πηγή για το κείμενο και φωτογραφικό υλικό από το αρχείο της αείμνηστης Ελενίτσας Χρυσίνα

Προηγούμενο άρθροΤι ώρα θα λειτουργήσουν καταστήματα και σούπερ μάρκετ τη Μ. Παρασκευή και το Μ. Σάββατο
Επόμενο άρθροΒασίλης Λουίζος: Κάτι μικρό για σένα, πολύ σημαντικό για κάποιον άλλον