Του Κώστα Ζοργιού
Η ζωή του δεν ήταν ποτέ εύκολη κι ας γεννήθηκε το 1983 κι έζησε σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη σημερινή, πολύ πιο αγνή κι αθώα για τα παιδιά, πολύ πιο ανέμελη για τους εφήβους και με περισσότερες ευκαιρίες και χρήματα για τους ενήλικες.
Μεγάλωσε στα Μελίσσια, μαζί με τα τέσσερα αδέλφια του και από πολύ νωρίς κλήθηκε να αναλάβει βάρη που δεν του αναλογούσαν. Στα 15 του ήδη έβγαζε τα πρώτα μεροκάματα σε ένα ξυλουργείο κι αμέσως μετά σε σούπερ μάρκετ, κουβαλώντας προϊόντα στις αποθήκες ως υπάλληλος με βιβλιάριο ανηλίκου.
Άφησε το σχολείο αμέσως μετά το Γυμνάσιο, γιατί της μόρφωσης προείχε η ανάγκη να μπουν χρήματα στο σπίτι και πέρασε από διάφορες δουλειές, ακόμα και από τη νύχτα, για να μπορεί να προσφέρει και παράλληλα να είναι ανεξάρτητος. Πριν συμβούν όλα αυτά βέβαια, ο Φάνης Κατσιούλης είχε ήδη γνωρίσει τον πρώτο έρωτα της ζωής του, που τον καθορίζει από τα 8 του χρόνια μέχρι και τώρα, που πλησιάζει τα 43.
Στη θέση που κάθε λάθος κοστίζει
Μια ασπρόμαυρη μπάλα ήταν αρκετή για να βρίσκει διέξοδο και να νιώθει γεμάτος, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 όταν έπαιζε ποδόσφαιρο στις πλατείες και στο σχολείο, έως και σήμερα που στο… τσακίρ κέφι, αν και τερματοφύλακας, βάζει γκολ με κεφαλιά στο 120′ της παράτασης. Κι όπως λέει χωρίς πολλή σκέψη, η μπάλα ήταν πάντα προτεραιότητα γιατί, καλή η επιβίωση, αλλά καλύτερα όσα σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος.
Αν και το πρώτο φλερτ είχε γίνει πολύ νωρίτερα, με τα ντέρμπι στις χωμάτινες αλάνες της γειτονιάς του, η πρώτη φορά που έγινε μέλος ομάδας ήταν το 1991, όταν γράφτηκε στον ΑΟ Μελισσίων, όπου παλιότερα αγωνιζόταν κι ο πατέρας του. Οι θέσεις τότε ήταν κάτι… υποκειμενικό, αλλά τον έβαζαν αριστερό μπακ γιατί ήταν γρήγορος και κοντούλης. Τη μεγάλη απόφαση την πήρε ο ίδιος πολύ γρήγορα, περίπου στα 11, όταν ζήτησε να παίξει τερματοφύλακας, στη θέση δηλαδή που το κάθε λάθος κοστίζει και ή γίνεσαι ήρωας ή μοιραίος. Ένα ρίσκο με το οποίο πορεύεται από τότε και στη ζωή του, προσπαθώντας το τέλος της ημέρας να τον βρίσκει ήρωα.
Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία
Μέσα σε λιγότερα από πέντε χρόνια, ο Φάνης είχε εξελιχθεί τόσο που αν και… κοντούλης στα 15 έπαιζε ήδη στην ανδρική ομάδα. Κι ήταν τότε που χάθηκε η πρώτη ευκαιρία στην καριέρα του, καθώς τον ζήτησε ο Εθνικός Αστέρας, ομάδα Α’ Εθνικής, αλλά τα Μελίσσια αξίωσαν 10 εκατ. δραχμές για να τον δώσουν κι η μεταγραφή χάλασε.
Εκείνη την εποχή, το όνομά του ακουγόταν αρκετά στις ποδοσφαιρικές πιάτσες και μέχρι και ο Τόνι Σαβέφσκι της ΑΕΚ πήγε να τον δει να παίζει, χωρίς όμως ποτέ να έρθει η προσφορά που δε θα πολυσκεφτόταν αν και… φόλα Ολυμπιακός, μεγαλωμένος με την αφίσα του Τζιοβάνι πάνω από το κρεβάτι του.

Στα 22 του πήρε τελικά την πρώτη μεταγραφή για ομάδα Α’ ΕΠΣΑ. Ο Παράδεισος Αμαρουσίου με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσακίρη που αργότερα ανέλαβε τον Πανιώνιο, έδωσε 9.000 ευρώ για να τον αποκτήσει και στη δεύτερη σεζόν έπαιξε βασικός και βοήθησε να έρθει η άνοδος στη Δ’ Εθνική.
Ακολούθησε μια γεμάτη καριέρα, με τη μητέρα του να είναι πάντα εκεί, καθισμένη με κρύα και βροχές στα τσιμέντα, να τον καμαρώνει ως τον ξαφνικό χαμό της πριν τέσσερα χρόνια. Με πάνω και κάτω, ανθρώπους που τον βοήθησαν και ανθρώπους που τον κορόιδεψαν απλώς για να καρπωθούν το ταλέντο του. Χαλάνδρι, Νίκη Δροσιάς, Νικηφόρος και τελικά η πρώτη επαφή με τα μέρη μας, όταν το 2012 ήρθε στη Θύελλα Ραφήνας.
Ο «Άγιος Κατσούλης» μπροστά σε 30.000 κόσμο
Ήταν ο βασικός γκολκίπερ όταν η ομάδα ανέβηκε στη Γ’ τρώγοντας μόλις 9 γκολ σε 43 παιχνίδια, κερδίζοντας επάξια το προσωνύμιο «Άγιος Κατσιούλης». Έπαιξε κόντρα στην ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ μπροστά σε 30.000 κόσμο και έβγαλε ό,τι πήγαινε μέσα, στη μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία της Θύελλας επί της Ένωσης (1-0) στο γήπεδο του Μενιδίου. Ίσως οι δύο πιο λαμπεροί αγώνες της καριέρας του, όχι όμως κι οι πιο σημαντικοί, όπως ο ίδιος λέει. «Βάζω πιο ψηλά μία πρόκριση που πήρα αργότερα με τον Θησέα επί της Θύελλας γιατί την αφιέρωσα στη μνήμη της μητέρας μου».
Πήρε ένα κύπελλο με την ομάδα της Ραφήνας κι ένα δεύτερο αμέσως μετά, όταν επέστρεψε στο Χαλάνδρι για να βοηθήσει, πριν γυρίσει στη Θύελλα, όπου έμεινε μέχρι το 2016. Εικοσιπέντε χρόνια στα γήπεδα, κι όμως τον δεύτερο έρωτα της ζωής του δεν τον είχε γνωρίσει ακόμα…

«Ξέρεις τι είναι να χάνεις και να σε αγκαλιάζουν;»
«Είχα πάρει πολλά μαθήματα από το ποδόσφαιρο μέχρι τότε, αλλά το πιο πικρό και στενάχωρο ήταν ότι όσα και να προσφέρεις σε μια ομάδα, θα υπάρξουν αρκετοί που δεν θα τα εκτιμήσουν. Η κοσμοθεωρία μου άλλαξε όταν ήρθα στον Θησέα, μια ομάδα που τότε είχε μόλις ανέβει στην Α’ ΕΠΣΑΝΑ και στόχευε να σταθεροποιηθεί στην κατηγορία.
Αυτά που έχω ζήσει εδώ δεν τα έχω βιώσει πουθενά αλλού. Ο Θησέας είναι η απόδειξη ότι ακόμα και σε ένα μικρό χωριό 1.000 κατοίκων, με έναν πυρήνα 100 φιλάθλων, που όμως αγαπούν παθιασμένα την ομάδα, μπορείς να νιώθεις οικεία και να χαίρεσαι το παιχνίδι. Έχεις να κάνεις με ντόμπρους ανθρώπους, που αγαπούν την ομάδα και αναγνωρίζουν όσους προσπαθούν. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα γύρω από την ομάδα που δεν μπορώ να την εξηγήσω. Ξέρεις τι είναι να χάνεις, να βγαίνεις στο χωριό και να σε αγκαλιάζουν; Ο Θησέας είναι η τρίτη μεγάλη μου αγάπη μετά την σύζυγό μου Έλενα και τα παιδιά μου, τον Γιάννη και την Αναστασία».
Πρόκριση με την υπογραφή του «κωλόγερου»
Το ημερολόγιο γράφει 15 Ιανουαρίου κι ο Θησέας υποδέχεται για τα προημιτελικά του Κυπέλλου τον Αχαρναϊκό, μια πολύ δυνατή ομάδα που είναι πρώτη στο πρωτάθλημα και θεωρείται αδιαφιλονίκητο φαβορί.
«Είχα κλείσει εισιτήρια για το Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ, αλλά τους είπα στα αποδυτήρια “αν πάμε παράταση και πέναλτι θα χάσω και τον Ολυμπιακό και τα 80 ευρώ που πλήρωσα αλλά χαλάλι, αρκεί να περάσουμε. Αν προκριθούμε θα δώσω άλλα 80 να σας βγάλω έξω να τα πιούμε”».
Το ματς πηγαίνει στην παράταση (1-1), ο Θησέας βρίσκεται πίσω στο σκορ με 4-2 και παίζει με 10 παίκτες. Γίνονται θαύματα στο ποδόσφαιρο; Στο 115′ μειώνει σε 4-3 και στο 120′ κερδίζει κόρνερ.
Ο Κατσιούλης, ο οποίος έχει πετύχει 11 γκολ στην καριέρα του, το ένα εκ των οποίο με κεφαλιά από κόρνερ, προωθείται μήπως (ξανα)γίνει το θαύμα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, πηδά για κεφαλιά και σκοράρει. Το ματς πηγαίνει στα πέναλτι και ξέρει ότι πλέον δεν υπάρχει περίπτωση να χάσει. Θα το πάρει και μόνος του ακόμα…
Αφού αναλαμβάνει να εκτελέσει ο ίδιος πέναλτι και σκοράρει, αποκρούει το τελευταίο του Αχαρναϊκού και στέλνει τον Θησέα στα ημιτελικά για πρώτη φορά στην ιστορία του, να ζει με την ελπίδα συμμετοχής σε έναν τελικό. Έστω κι αν η ομάδα δεν ολοκλήρωσε τον άθλο, χάνοντας τελικά στα ημιτελικά, ο «κωλόγερος», όπως τον φωνάζουν πια στα αποδυτήρια, είχε κάνει το χρέος του.
Άλλωστε είπαμε, ή μοιραίος ή ήρωας. Αρκεί να μην φοβάσαι να πάρεις την ευθύνη…












































