Η οδική ασφάλεια και η μείωση των τροχαίων ατυχημάτων αποτελούν πλέον μία από τις βασικές προτεραιότητες τόσο της Ελλάδας όσο και συνολικά της Ευρώπης, με τις κυβερνήσεις να προχωρούν σταδιακά σε ένα νέο πλαίσιο κανόνων.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τόσο η χώρα μας όσο και η Ευρώπη εν συνόλω να εστιάζει με όλο και περισσότερα μέτρα στη μείωση των σοβαρών τροχαίων, την προστασία ευάλωτων χρηστών του δρόμου καθώς και τη δημιουργία πιο ασφαλών αστικών μετακινήσεων.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η κίνηση των οχημάτων μέσα στον αστικό ιστό, με πολλές ευρωπαϊκές χώρες να ταυτοποιούν τις υψηλές ταχύτητες ως βασικό κίνδυνο και να επενδύουν σημαντικά στη λογική των χαμηλότερων ορίων.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, το ανώτατο όριο ταχύτητας εντός κατοικημένων περιοχών ορίζεται πλέον στα 30 χλμ./ώρα. Εξαίρεση αποτελούν οι μονόδρομοι με τουλάχιστον δύο λωρίδες κυκλοφορίας, καθώς και οι δρόμοι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση ή διαχωριστική νησίδα, όπου το όριο παραμένει στα 50 χλμ./ώρα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στη μεγάλη πλειονότητα των δρόμων μέσα στις πόλεις οι οδηγοί θα πρέπει να κινούνται σημαντικά πιο αργά σε σχέση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα. Η αλλαγή αυτή δεν έρχεται τυχαία, καθώς οι σχετικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση της ταχύτητας έχει άμεση επίδραση στη σοβαρότητα των τροχαίων ατυχημάτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σε σύγκρουση με ταχύτητα 50 χλμ./ώρα η πιθανότητα θανάτου ενός πεζού μπορεί να φτάσει ακόμη και το 80%, ενώ στα 30 χλμ./ώρα περιορίζεται περίπου στο 10%. Η διαφορά αυτή είναι από άποψη στατιστικής τεράστια και αποτελεί το βασικό λόγο για τον οποίο πολλές χώρες στρέφονται πλέον στη λογική της περιορισμένης ταχύτητας στις πόλεις.
Παράλληλα, οι έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν το 80% της συνολικής κυκλοφορίας εξυπηρετείται από περίπου το 20% του αστικού. Πρόκειται ουσιαστικά για τις βασικές λεωφόρους και τις κεντρικές αρτηρίες που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση μεγάλου όγκου οχημάτων, όπου τα όρια των 50 χλμ./ώρα κρίνονται απαραίτητα ώστε να διατηρείται η ομαλή ροή της κυκλοφορίας.
Αντίθετα, το υπόλοιπο 80% των δρόμων αφορά κυρίως γειτονιές, τοπικές οδούς και δρόμους πρόσβασης προς κατοικίες, σχολεία και εμπορικά σημεία. Εκεί, σύμφωνα με τους ειδικούς, η μείωση της ταχύτητας στα 30 χλμ./ώρα μπορεί να λειτουργήσει καθοριστικά για την αποφυγή σοβαρών ατυχημάτων χωρίς να αυξηθεί ιδιαίτερα η κίνηση.
Τα πρώτα στοιχεία από τις χώρες που έχουν ήδη εφαρμόσει το μέτρο δείχνουν μάλιστα θετικά αποτελέσματα. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου η εφαρμογή των ορίων των 30 χλμ./ώρα ξεκίνησε από το 2019. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, οι θάνατοι από τροχαία μέσα στις πόλεις το 2024 ήταν σχεδόν 5% λιγότεροι σε σχέση με το 2019.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση σε συγκεκριμένες κατηγορίες χρηστών του δρόμου. Οι θάνατοι ποδηλατών σε αστικές περιοχές μειώθηκαν σχεδόν κατά 19%, ενώ στους πεζούς η μείωση ξεπέρασε το 16%, κάτι που αποδίδεται άμεσα στη χαμηλότερη ταχύτητα κίνησης των οχημάτων.
Όσον αφορά την χώρα μας, ο νέος ΚΟΚ εισήγαγε τη λογική των 30 χλμ./ώρα ως όριο, προβλέποντας μάλιστα ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τα νέα όρια ταχύτητας μέσα στις πόλεις. Για υπέρβαση έως 20 χλμ./ώρα επιβάλλεται πρόστιμο 150 ευρώ, ενώ όταν η υπέρβαση κυμαίνεται μεταξύ 20 και 30 χλμ./ώρα, το πρόστιμο παραμένει στα 150 ευρώ αλλά συνοδεύεται από αφαίρεση διπλώματος για 20 ημέρες.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ακόμη και ένας οδηγός που κινείται με 50 χλμ./ώρα σε δρόμο όπου ισχύει πλέον όριο 30 χλμ./ώρα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος όχι μόνο με χρηματικό πρόστιμο, αλλά και με αφαίρεση άδειας οδήγησης.
Για υπερβάσεις από 30 έως 50 χλμ./ώρα, το πρόστιμο ανέρχεται στα 350 ευρώ και συνοδεύεται από αφαίρεση άδειας και στοιχείων κυκλοφορίας για 30 ημέρες. Σε ακόμη πιο σοβαρές περιπτώσεις, όταν η υπέρβαση ξεπερνά τα 50 χλμ./ώρα, προβλέπεται πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 60 ημέρες.
Πηγή: carandmotor.gr














































