Ρωμαϊκό αντίγραφο του λατρευτικού αγάλματος της Νέμεσης του Ραμνούντα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Ρωμαϊκό αντίγραφο του λατρευτικού αγάλματος της Νέμεσης του Ραμνούντα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Φωτ.: George E. Koronaios / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.

Του Γιάννη Μαρκούτη

Σήμερα η Νέμεσις εμφανίζεται συχνά στην τέχνη ως φτερωτή μορφή, σχεδόν σαν συγγενής της Νίκης. Αν όμως ένας αρχαίος επισκέπτης στεκόταν μπροστά στο μεγάλο λατρευτικό άγαλμα της θεάς στον Ραμνούντα, δεν θα έβλεπε φτερά.

Ο Παυσανίας το θεωρούσε αρκετά σημαντικό ώστε να σταματήσει την περιγραφή του και να σχολιάσει την αλλαγή. Γράφει ότι ούτε η Νέμεσις του Ραμνούντα ούτε τα παλαιότερα ξόανα της θεάς είχαν φτερά. Κατά τη δική του εξήγηση, οι μεταγενέστεροι καλλιτέχνες ήταν εκείνοι που άρχισαν να την παρουσιάζουν φτερωτή.

Η Νέμεσις που είδε ο Παυσανίας

Ο Παυσανίας επισκέφθηκε το ιερό του Ραμνούντα τον 2ο αιώνα μ.Χ. και περιέγραψε το περίφημο λατρευτικό άγαλμα της Νέμεσης. Η θεά φορούσε στεφάνι διακοσμημένο με ελάφια και μικρές μορφές Νίκης, κρατούσε κλαδί μηλιάς και φιάλη, ενώ στη βάση του αγάλματος υπήρχε πολυπρόσωπη μυθολογική σύνθεση.

Και τότε ο περιηγητής κάνει μια παρένθεση: «οὔτε ταύτῃ τῇ Νεμέσει πτερά ἐστιν» — ούτε αυτή η Νέμεσις έχει φτερά. Προσθέτει ότι ούτε τα αρχαιότερα ιερά ξόανα της θεάς στη Σμύρνη ήταν φτερωτά.

Για τον Παυσανία, λοιπόν, τα φτερά δεν ήταν αρχικό χαρακτηριστικό της Νέμεσης αλλά μεταγενέστερη καλλιτεχνική προσθήκη.

Γιατί της έβαλαν φτερά;

Ο ίδιος ο Παυσανίας προσφέρει μια εξήγηση, αλλά χρειάζεται να τη διαβάσουμε ως δική του αρχαία ερμηνεία και όχι ως αποδεδειγμένο γεγονός της ιστορίας της τέχνης. Υποστηρίζει ότι οι μεταγενέστεροι καλλιτέχνες πίστευαν πως η Νέμεσις εμφανιζόταν ιδιαίτερα ως συνέπεια ερωτικών υποθέσεων και έτσι της έδωσαν φτερά, όπως έκαναν και στον Έρωτα.

Η παρατήρηση δείχνει κάτι σημαντικό: ούτε για έναν μορφωμένο περιηγητή της ρωμαϊκής εποχής η εικονογραφία των θεών ήταν στατική. Οι μορφές άλλαζαν και νέα σύμβολα προστίθεντο καθώς άλλαζαν οι ιδέες που συνδέονταν μαζί τους.

Το πραγματικό άγαλμα του Ραμνούντα

Η σύγχρονη αρχαιολογία επιβεβαιώνει τον πλούτο του ιερού και τη σημασία του μεγάλου λατρευτικού αγάλματος. Το Υπουργείο Πολιτισμού αποδίδει το έργο στον Αγοράκριτο από την Πάρο, μαθητή του Φειδία, και χρονολογεί το μνημείο στον 5ο αιώνα π.Χ.

Το πρωτότυπο άγαλμα δεν σώζεται ακέραιο. Θραύσματα, η βάση του και ρωμαϊκά αντίγραφα έχουν επιτρέψει στους μελετητές να αποκαταστήσουν αρκετά στοιχεία της μορφής του. Το Perseus χρονολογεί το πρωτότυπο περίπου στο 430–420 π.Χ. και καταγράφει ακριβώς τα χαρακτηριστικά που περιγράφει ο Παυσανίας: χιτώνα και ιμάτιο, κλαδί μηλιάς και φιάλη.

Το ρωμαϊκό αντίγραφο που σώζεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο διατηρεί την εικόνα μιας όρθιας γυναικείας μορφής χωρίς την ανάγκη του χαρακτηριστικού που σήμερα θεωρούμε τόσο εύκολα «τυπικό» για τη Νέμεση.

Ο Ραμνούς και μια θεά χωρίς τη σημερινή της εικόνα

Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα διατηρεί ακόμη το ιερό όπου βρισκόταν το άγαλμα. Το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτηρίζει τον αρχαίο δήμο έναν από τους καλύτερα διατηρημένους της Αττικής και σημειώνει ότι το ιερό ήταν αρκετά πλούσιο ώστε να παραγγείλει στον Αγοράκριτο ένα τόσο σημαντικό έργο.

Για τον σημερινό επισκέπτη, η μικρή παρατήρηση του Παυσανία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να φανταστούμε τη θεά που λατρευόταν εδώ. Η Νέμεσις του Ραμνούντα δεν πετούσε πάνω από τους ανθρώπους με φτερά.

Στεκόταν όρθια, μνημειακή και άπτερη — και τα φτερά που σήμερα συνδέουμε μαζί της ανήκουν σε μια μεταγενέστερη φάση της εικόνας της.

* Ο Γιάννης Μαρκούτης είναι δημοσιογράφος, με σπουδές στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία.

→ Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς «Μύθοι & Θρύλοι» της Marathon Press.

 

Προηγούμενο άρθροΝέα Μάκρη – Μαραθώνας: Σε ποιους δρόμους γίνονται έργα αποχέτευσης
Επόμενο άρθροΜαραθώνας: Παραμένει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έως τον Απρίλιο του 2027