Η… προσταγή που έφερε τον Κρις Χουγκάζ στα γήπεδα του μπάσκετ, η μεγάλη καριέρα σε παρκέ και πάγκους και ένα χαμόγελο ευτυχίας στον πεζόδρομο της Νέας Μάκρης
Του Κώστα Ζοργιού
«Η Αίγυπτος ανήκει στους Αιγύπτιους». Με αυτό το σύνθημα, που προφανώς και δημιουργεί περίεργους συνειρμούς, η περίοδος διακυβέρνησης του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ χαρακτηρίστηκε από οικονομικό στραγγαλισμό όσων ξένων ζούσαν στη χώρα.
Εκατοντάδες χιλιάδες μέλη της ακμάζουσας μέχρι τότε ελληνικής κοινότητας που είχε ως βάση την Αλεξάνδρεια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μέσα σε ένα βράδυ, κυρίως στο διάστημα της δεκαετίας 1956-1965, αλλά και λίγα χρόνια αργότερα.

Ανάμεσά τους, ένας πατέρας που εργαζόταν σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και μια μητέρα που μόλις είχε ολοκληρώσει το Εμπορικό Κολλέγιο, μαζί με τα δυο τους αγόρια. Δεν είχαν έρθει ποτέ στην Ελλάδα αν και Έλληνες και δεν είχαν ιδέα πώς θα ξεκινούσαν από το μηδέν χάνοντας, μεγάλο μέρος της περιουσίας τους.
Η οικογένεια Χουγκάζ εγκαταστάθηκε στο Παλαιό Ψυχικό, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, αλλά επειδή η ζωή πάντα έχει ανατροπές, αυτό το απρογραμμάτιστο νέο κεφάλαιο, έγινε τελικά πρόλογος μιας όμορφης ιστορίας που έχει μέσα πολύ μπάσκετ, πολύ Πανιώνιο και πολλή Νέα Μάκρη…
Από την ασπρόμαυρη στην πορτοκαλί
Είναι αρχές της δεκαετίας του ’70 και ο πατέρας του Κρις Χουγκάζ εργάζεται στις επιχειρήσεις του Μπάλλου, που διατηρεί εκτάσεις στη Νέα Μάκρη (εξ ου και τα Ballos Apartments). Τον προτρέπει να επισκεφθεί την περιοχή και η οικογένεια αγοράζει ένα οικόπεδο το 1973, φτιάχνοντας εξοχικό για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τρεις αξέχαστοι μήνες κάθε χρόνο, πριν τη δοκιμασία του χειμώνα στην Αθήνα. Θάλασσα, ποδήλατο, κρυφτό, μια μεγάλη παρέα στη γειτονιά, άπειρες μνήμες και σχέσεις ζωής που κρατούν μέχρι σήμερα.

Η μεγαλύτερη σχέση ζωής, όμως, προκύπτει σε ηλικία 11 ετών, το 1979. Η οικογένεια μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη και ξεκινά η σύνδεση με τον Πανιώνιο. Εντάσσεται πρώτα στην ποδοσφαιρική ομάδα αν και πανύψηλος και παρότι δεν… πολυμυρίζει από μπάσκετ, ένας άνθρωπος – θρύλος στην ιστορία των κυανέρυθρων, κάτι βλέπει. Ο Ανδρέας Βαρίκας, το όνομα του οποίου φέρει σήμερα το κλειστό του Πανιωνίου, τού εξηγεί… «ποδόσφαιρο τέλος, μικρέ», τον βάζει στην ομάδα και η πορτοκαλί μπάλα γίνεται προέκταση του χεριού του…
Το πρώτο καλάθι, οι μεγάλες επιτυχίες και τα 47 χρόνια στα γήπεδα
Ατέλειωτες ώρες μέσα στο γήπεδο, τρομακτική αφοσίωση σε σημείο που οι γονείς αντιλαμβάνονται ότι αυτός είναι ο δρόμος του και μπόλικη τύχη γιατί πέφτει πάνω σε μια τρομερή φουρνιά προπονητών και παραγόντων. Μάκης Δενδρινός, Ανδρέας Βαρίκας και Παύλος Κορκίδης, όλοι τους αείμνηστοι, πέφτουν πάνω στον πιτσιρικά που κάνει μπαμ ότι έχει τρομερό ταλέντο και στα 15,5 έρχεται η κορύφωση. Πρώτο ματς με την ανδρική ομάδα σε αγώνα Κυπέλλου με τα Γιάννινα στο γήπεδο του Μίλωνα. Πρώτο καλάθι, πρώτες στιγμές απόλυτης ευτυχίας.
Συστήνεται εξ αρχής ως τριάρι με πολύ καλό σουτ από μέση απόσταση και τρίποντο και εξελίσσεται δίπλα σε τρομερούς συμπαίκτες όπως οι Χριστοδούλου, Γάσπαρης, Λινάρδος, Κορωναίος, Μίσσας, Χάντσον, Μπένατσεκ, Πι Τζέι Μπράουν, Τέρνερ. Σε έναν Πανιώνιο που αφήνει εποχή, φτάνοντας στη 2η θέση στο Πρωτάθλημα πίσω από τον ανίκητο Άρη το 1987 και στην κατάκτηση του Κυπέλλου το 1991 κόντρα στον τρομερό ΠΑΟΚ.

Ο Χουγκάζ διαγράφει μακρά πορεία στα γήπεδα τα οποία ως παίκτης εγκαταλείπει το 2003 με το Σπόρτινγκ αφού έχει αγωνιστεί επίσης σε Παπάγο, Λάρισα, Μπαϊρόιτ (Γερμανία), Νήαρ Ηστ, Γκμούντεν (Αυστρία), ΟΦΗ και Άνω Λιόσια και για μια δεύτερη θητεία στον Πανιώνιο. Εκεί, όπου ξεκινά η καριέρα του ως προπονητή, από τη θέση του βοηθού, γιατί η Νέα Σμύρνη ήταν πάντα το δεύτερό του σπίτι, το περιβάλλον που του πρόσφερε απλόχερα ευκαιρίες.
Ακολουθούν Καβάλα, Ηρακλής, ΟΦΗ και (βέβαια) ξανά Πανιώνιος, αλλά και ένας μεγάλος κύκλος συλλογής εμπειριών και παραστάσεων από διαφορετικές μπασκετικές και πολιτιστικές κουλτούρες.
Κάθεται σε πάγκους σε Κύπρο, Μεξικό, Αυστρία (όπου κατακτά πρωτάθλημα, Κύπελλο και τον τίτλο του κορυφαίου προπονητή με τους Όμπερβαρτ Γκάνερς), Τσεχία, Γαλλία και Ελβετία. Το κλείσιμο του κύκλου, τον βρίσκει σήμερα ξανά στην ομάδα της καρδιάς του, στον ρόλο του Γενικού Διευθυντή της Μπασκετικής Σχολής Πανιωνίου. Είναι ήδη 47 χρόνια στα γήπεδα αλλά όταν σου μιλά για μπάσκετ νιώθεις τι νιώθει. Κι είναι σαν ο ψηλός 11χρονος ποδοσφαιριστής να πρωτοέπιασε χθες τη διαφορετική μπάλα και να σούταρε το πρώτο του τρίποντο.
Ο Νίκος, ο Ρόμπερτ και κάθε λεπτό ταλαιπωρίας στα φανάρια
Επιστροφή όμως στα δικά μας, με μια μικρή ένεση… τοπικισμού ενισχυμένη από τη δική του αγάπη για τη Νέα Μάκρη. Από την ηλικία των 5 ετών, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του και μέχρι και σήμερα, αυτή η γωνιά της Ανατολικής Αττικής είχε πολύ ξεχωριστή σημασία για τον Χουγκάζ. Αφού πέρασε εδώ δεκάδες καλοκαίρια, συνδέθηκε και δέθηκε με την τοπική κοινωνία, έχτισε το 2000 δικό του σπίτι και από το 2009 εγκαταστάθηκε μόνιμα, όταν οι δίδυμοι γιοι του, Νίκος και Ρόμπερτ ήταν ακόμα μαθητές Δ’ Δημοτικού.

Είναι τέτοια η αγάπη του για τον Πανιώνιο που δεν θα μπορούσε να τους γράψει σε άλλη ομάδα. Είναι, όμως, τέτοια η αγάπη του και για τη Νέα Μάκρη, που επί χρόνια έκανε κάθε μέρα 54 χλμ. και ξόδευε πάνω από 5 ώρες για να φτάσει από το κέντρο της πόλης στη Νέα Σμύρνη ώστε να κάνουν τα παιδιά προπόνηση.
Ο Νίκος και ο Ρόμπερτ μεγάλωσαν. Πήγαν σχολείο εδώ, έκαναν με τη σειρά τους φιλίες και σχέσεις ζωής, έπαιξαν μπάσκετ στα ανοικτά πίσω από το δημαρχείο και έφτασαν σήμερα να αγωνίζονται στην κορυφαία κατηγορία, ο μεν πρώτος με τη φανέλα του ΠΑΟΚ, ο δε δεύτερος με αυτή του Λαυρίου.

Καθε πρωί που ο Κρις Χουγκάζ κάνει την αγαπημένη του βόλτα στον πεζόδρομο προς την Αγία Κυριακή, σκέφτεται χαμογελαστός το φιλμ της ζωής του. Ως αθλητής έπαιξε στο υψηλότερο επίπεδο και κυρίως, στην ομάδα της καρδιάς του, την οποία συνεχίζει να υπηρετεί.
Ως πατέρας, ξέρει ότι έπιασαν τόπο όλες του οι θυσίες. Κάθε προπόνηση στη ντρίμπλα, κάθε επανάληψη στο χαμένο σουτ, κάθε λεπτό ταλαιπωρίας στα φανάρια και την κίνηση για να φτάσει Νέα Σμύρνη και τα παιδιά του να μάθουν μπάσκετ στο σχολείο που λέγεται «Πανιώνιος»…














































