
Η Christa Pike μπήκε στην πτέρυγα των θανατοποινιτών όταν ήταν μόλις 20 ετών. Τριάντα χρόνια αργότερα, το Τενεσί αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή να εκτελέσει την ποινή της.
Μόνο που η εκτέλεση απέτυχε.
Η Pike επέζησε από τη χορήγηση πεντοβαρβιτάλης, κατέληξε διασωληνωμένη και σε μηχανική υποστήριξη, ενώ οι γιατροί προσπαθούσαν πλέον να κάνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που είχε επιχειρήσει λίγο νωρίτερα η Πολιτεία: να της σώσουν τη ζωή. Το περιστατικό ήταν τόσο σοβαρό ώστε ο κυβερνήτης του Τενεσί Bill Lee ανέστειλε τις υπόλοιπες εκτελέσεις για το 2026 και διέταξε ανεξάρτητη έρευνα. Ο επικεφαλής των σωφρονιστικών υπηρεσιών της Πολιτείας ανακοίνωσε στη συνέχεια την παραίτησή του.
Και κάπου εδώ η υπόθεση ξεπερνά την Pike και το ερώτημα γίνεται πολύ μεγαλύτερο.
Ένα έγκλημα που δεν χρειάζεται εξωραϊσμό
Δεν υπάρχει λόγος να υποβαθμιστεί το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Το 1995, σε ηλικία 18 ετών, η Pike συμμετείχε στα βασανιστήρια και τη δολοφονία της 19χρονης Colleen Slemmer. Ήταν ένα εξαιρετικά βίαιο έγκλημα και η οικογένεια του θύματος κουβαλά τις συνέπειές του εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν έπρεπε να τιμωρηθεί. Το ερώτημα είναι τι θέλουμε να πετύχει η τιμωρία.
Η Pike έζησε σχεδόν τρεις δεκαετίες στην πτέρυγα των θανατοποινιτών, για μεγάλο μέρος αυτού του χρόνου σε ακραία απομόνωση. Η υπεράσπισή της υποστήριζε τα τελευταία χρόνια ότι είχε αλλάξει σημαντικά, λάμβανε θεραπεία για ψυχικές διαταραχές που είχαν διαγνωστεί μετά το έγκλημα και είχε εκφράσει μεταμέλεια. Αυτά δεν ακυρώνουν ούτε στο ελάχιστο τη δολοφονία της Slemmer. Θέτουν όμως ένα διαφορετικό ερώτημα: αν ακόμη και ύστερα από 30 χρόνια φυλάκισης η μόνη αποδεκτή κατάληξη θεωρείται ο θάνατος, υπάρχει τελικά χώρος για την έννοια του σωφρονισμού;
Τι προσθέτει η εκτέλεση μετά από 30 χρόνια;
Η ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης μπορεί να εξασφαλίσει ότι ένας άνθρωπος που θεωρείται επικίνδυνος δεν θα επιστρέψει ποτέ στην κοινωνία. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως εξαιρετικά βαριά τιμωρία.
Η θανατική ποινή προσθέτει κάτι διαφορετικό: την απόφαση του ίδιου του κράτους να αφαιρέσει τη ζωή του κρατουμένου.
Στην περίπτωση της Pike η αντίφαση έγινε σχεδόν σουρεαλιστική. Το κράτος χορήγησε το φάρμακο για να προκαλέσει τον θάνατό της. Όταν η διαδικασία απέτυχε, ασθενοφόρα έφτασαν στη φυλακή και άρχισε η προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, είχε προηγηθεί μια παρατεταμένη διαδικασία κατά την οποία συνέχιζε να αναπνέει πολύ περισσότερο από όσο προέβλεπε το πρωτόκολλο.
Δεν είναι μόνο τεχνικό πρόβλημα μιας αποτυχημένης εκτέλεσης. Είναι μια εικόνα που συμπυκνώνει ολόκληρη την αντίφαση της θανατικής ποινής: το κράτος ως τιμωρός, εκτελεστής και, λίγα λεπτά αργότερα, διασώστης του ίδιου ανθρώπου.
Τιμωρία, σωφρονισμός ή εκδίκηση;
Οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής επικαλούνται κυρίως τη βαρύτητα ορισμένων εγκλημάτων, την ανταπόδοση και τη δικαιοσύνη προς τα θύματα και τις οικογένειές τους. Για εκείνους, υπάρχουν εγκλήματα τόσο ακραία ώστε η ισόβια κάθειρξη να μην αποτελεί επαρκή ποινή.
Η αντίθετη θέση θέτει ένα δύσκολο όριο: όταν ο δράστης έχει ήδη απομακρυνθεί οριστικά από την κοινωνία, ποιο επιπλέον δημόσιο συμφέρον υπηρετεί ο θάνατός του;
Η περίπτωση της Pike κάνει το ερώτημα ακόμη πιο δύσκολο επειδή ήταν 18 ετών όταν διέπραξε το έγκλημα. Στο αίτημα επιείκειας, οι συνήγοροί της επικαλέστηκαν επίσης ένα ιστορικό σοβαρής κακοποίησης, ψυχικής νόσου και την εξέλιξή της κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Ο κυβερνήτης απέρριψε τελικά το αίτημα μετατροπής της ποινής της σε ισόβια χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης.
Τίποτε από αυτά δεν επαναφέρει στη ζωή την Colleen Slemmer. Και τίποτε δεν υποχρεώνει την οικογένειά της να συγχωρήσει.
Αλλά ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης. Η δικαιοσύνη δεν είναι υποχρεωμένη να συγχωρεί. Είναι όμως υποχρεωμένη να αποφασίζει γιατί τιμωρεί.
Και όταν ένας άνθρωπος έχει περάσει σχεδόν ολόκληρη την ενήλικη ζωή του πίσω από τα κάγκελα, η ερώτηση παραμένει εξαιρετικά απλή:
Αν 30 χρόνια φυλακής και ο ισόβιος αποκλεισμός από την κοινωνία δεν αρκούν, τι ακριβώς επιδιώκουμε σκοτώνοντάς τον;
Πηγές: Reuters, Death Penalty Information Center, Washington Post.














































