
Τον Αύγουστο του 1969, το Χόλιγουντ ανακάλυψε ότι ο τρόμος δεν χρειαζόταν κινηματογραφικό σενάριο. Μέσα σε δύο νύχτες, επτά άνθρωποι δολοφονήθηκαν σε δύο σπίτια του Λος Άντζελες. Ανάμεσά τους ήταν η Σάρον Τέιτ, μια ανερχόμενη ηθοποιός, μόλις 26 ετών, που περίμενε το πρώτο της παιδί. Το όνομα του ανθρώπου που συνδέθηκε με τις δολοφονίες έμελλε να γίνει συνώνυμο του απόλυτου τρόμου: Τσαρλς Μάνσον.
Η υπόθεση ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας πολύκροτης αστυνομικής έρευνας. Αποκάλυψε τη σκοτεινή πλευρά της καλιφορνέζικης αντικουλτούρας, τις επικίνδυνες σχέσεις ενός επίδοξου μουσικού με τον κόσμο της ροκ και την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει ένας χαρισματικός αλλά βίαιος χειριστής στους ανθρώπους γύρω του.
Η Σάρον Τέιτ και το σπίτι στους λόφους
Η Τέιτ ζούσε με τον σύζυγό της, σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι, στην οδό 10050 Cielo Drive. Εκείνος βρισκόταν εκτός Ηνωμένων Πολιτειών για επαγγελματικούς λόγους όταν, το βράδυ της 8ης Αυγούστου, η ηθοποιός δέχθηκε φίλους στο σπίτι. Μαζί της ήταν ο κομμωτής Τζέι Σέμπρινγκ, η Άμπιγκεϊλ Φόλγκερ και ο Βόιτσεχ Φρικόφσκι.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τέσσερα μέλη της ομάδας του Μάνσον έφτασαν στην ιδιοκτησία. Ο Τσαρλς «Τεξ» Γουότσον, η Σούζαν Άτκινς, η Πατρίσια Κρένγουινκελ και η Λίντα Κασαμπιάν είχαν κινηθεί προς το σπίτι ακολουθώντας τις εντολές του αρχηγού τους. Ο 18χρονος Στίβεν Πάρεντ, που βρισκόταν εκεί επειδή είχε επισκεφθεί τον επιστάτη της ιδιοκτησίας, έγινε το πρώτο θύμα.
Στη συνέχεια οι εισβολείς μπήκαν στο σπίτι. Η Τέιτ και οι τέσσερις υπόλοιποι άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Οι λεπτομέρειες του εγκλήματος ήταν τόσο βίαιες ώστε η είδηση προκάλεσε πανικό σε μια πόλη που είχε συνηθίσει να θεωρεί τις κατοικίες των αστέρων απρόσιτες στον έξω κόσμο.
Δεύτερη νύχτα, δεύτερο σπίτι
Το κακό δεν είχε τελειώσει. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Αυγούστου, ο Μάνσον συνόδευσε μέλη της ομάδας του σε μια νέα αποστολή. Στόχος έγινε το σπίτι του επιχειρηματία Λίνο ΛαΜπιάνκα και της συζύγου του Ρόζμαρι. Το ζευγάρι δολοφονήθηκε από ακολούθους του. Ο Μάνσον δεν ήταν ο φυσικός αυτουργός των συγκεκριμένων φόνων, αλλά ο ρόλος του στον σχεδιασμό και στην καθοδήγηση της ομάδας αποδείχθηκε καθοριστικός στη δικαστική διαδικασία.
Οι δύο επιθέσεις άφησαν πίσω τους επτά νεκρούς, χωρίς να υπολογίζεται το αγέννητο παιδί της Τέιτ. Αρχικά, οι αστυνομικές αρχές δεν είχαν κατανοήσει πλήρως τη σύνδεση ανάμεσα στα εγκλήματα. Οι δολοφονίες έμοιαζαν ακατανόητες, χωρίς κάποιο προφανές κοινό κίνητρο.
Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει αστέρι της μουσικής
Ο Τσαρλς Μάνσον είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Όταν βγήκε από τη φυλακή το 1967, βρέθηκε σε μια Καλιφόρνια που άλλαζε. Η εποχή των χίπις, της ελεύθερης αγάπης και της ψυχεδελικής μουσικής δημιουργούσε χώρο για νέες κοινότητες, αλλά και για ανθρώπους που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την ανάγκη των άλλων να ανήκουν κάπου.
Γύρω του συγκέντρωσε κυρίως νεαρούς ακολούθους, στους οποίους επέβαλλε σταδιακά τη δική του κοσμοθεωρία. Η λεγόμενη «Οικογένεια Μάνσον» εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στο ράντσο Σπαν, παλιό κινηματογραφικό σκηνικό κοντά στο Λος Άντζελες. Ο ίδιος ο Μάνσον φιλοδοξούσε να γίνει τραγουδοποιός και να αποκτήσει δισκογραφική καριέρα.
Αυτή η φιλοδοξία τον έφερε κοντά σε ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας. Ανάμεσά τους ήταν ο Ντένις Γουίλσον των Beach Boys, μέσω του οποίου γνώρισε και τον Νιλ Γιανγκ. Ο Young θυμόταν αργότερα τον Μάνσον ως έναν παράξενο, έντονο αυτοσχεδιαστή που έπαιζε συνεχώς καινούργια τραγούδια στην κιθάρα. Η προσωπική γνωριμία τους είχε γίνει πριν από τις δολοφονίες, όταν ακόμη η δημόσια εικόνα του Μάνσον δεν είχε ταυτιστεί με τη σφαγή.
Το «Helter Skelter» και οι εμμονές του Μάνσον
Στη δίκη, η εισαγγελία περιέγραψε μια παράλογη θεωρία που ο Μάνσον αποκαλούσε «Helter Skelter», δανειζόμενος τον τίτλο τραγουδιού των Beatles. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, πίστευε ότι πλησίαζε μια καταστροφική φυλετική σύγκρουση και ότι οι δολοφονίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πυροκροτητής της. Ο ίδιος προσπαθούσε να μετατρέπει τα δικά του παραληρήματα σε απόλυτες εντολές για τους ακολούθους του.
Η θεωρία αυτή αποτέλεσε βασικό στοιχείο της κατηγορούσας αρχής, χωρίς να εξαντλεί κάθε πιθανή εξήγηση των εγκλημάτων. Η απογοήτευση του Μάνσον από τη μουσική βιομηχανία και οι σχέσεις του με ανθρώπους που συνδέονταν με το σπίτι της Τέιτ έχουν επίσης απασχολήσει τους ερευνητές. Το βέβαιο είναι ότι οι επτά άνθρωποι δεν είχαν κάνει τίποτα που να δικαιολογεί τη βία εναντίον τους.
Ο Νιλ Γιανγκ μπήκε στο μυαλό του θύτη
Πέντε χρόνια μετά τη σφαγή, ο Νιλ Γιανγκ κυκλοφόρησε το «Revolution Blues», στο άλμπουμ On the Beach του 1974. Η επιλογή του ήταν ανατριχιαστική και πρωτότυπη: αντί να αφηγηθεί την ιστορία από τη σκοπιά των θυμάτων, δημιούργησε έναν αφηγητή που μιλά σε πρώτο πρόσωπο, σαν να βρίσκεται μέσα στο διαταραγμένο μυαλό ενός δολοφόνου εμπνευσμένου από τον Μάνσον.
Ο αφηγητής του τραγουδιού φαντασιώνεται ένοπλη βία και στρέφει το μίσος του εναντίον των διάσημων κατοίκων του Λόρελ Κάνιον. Δεν πρόκειται για αυθεντικά λόγια του Μάνσον ούτε για αναπαράσταση των πραγματικών διαλόγων των δραστών. Είναι μια σκοτεινή λογοτεχνική κατασκευή, μέσα από την οποία ο Young επιχειρεί να δείξει πόσο εύκολα η οργή, ο φθόνος και η ψευδαίσθηση της «επανάστασης» μπορούν να μετατραπούν σε δολοφονική ιδεολογία.
Η ειρωνεία είναι ότι ο Young δεν έγραφε για έναν άγνωστο εγκληματία. Τον είχε γνωρίσει προσωπικά, όταν εκείνος προσπαθούσε ακόμη να βρει θέση στη μουσική σκηνή. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν ο Ντέιβιντ Κρόσμπι στην κιθάρα και οι Ρικ Ντάνκο και Λίβον Χελμ των The Band στο μπάσο και στα τύμπανα. Ο Κρόσμπι είχε εκφράσει την ενόχλησή του για το θέμα του τραγουδιού, όμως ο Young επέμεινε στην καλλιτεχνική του επιλογή.
Το αποτέλεσμα δεν εξυμνεί τον Μάνσον. Αντίθετα, αφήνει τον ακροατή να αντικρίσει τη βία μέσα από τη γλώσσα εκείνου που την ονειρεύεται. Είναι μια σπάνια στιγμή στην ιστορία της ροκ όπου η αφήγηση υιοθετεί τη σκοπιά του θύτη, όχι για να τον δικαιώσει, αλλά για να εκθέσει τον τρόμο της σκέψης του.
Η καταδίκη και η σκιά που έμεινε
Το 1971, ο Μάνσον καταδικάστηκε για τον ρόλο του στις δολοφονίες Τέιτ–ΛαΜπιάνκα. Καταδικάστηκαν επίσης η Σούζαν Άτκινς, η Πατρίσια Κρένγουινκελ και η Λέσλι Βαν Χάουτεν, ενώ ο Τεξ Γουότσον δικάστηκε χωριστά. Οι θανατικές ποινές που είχαν επιβληθεί μετατράπηκαν σε ισόβια μετά τις εξελίξεις γύρω από τη θανατική ποινή στην Καλιφόρνια το 1972.
Ο Μάνσον πέθανε στη φυλακή το 2017, σε ηλικία 83 ετών. Η Σάρον Τέιτ δεν πρόλαβε να γνωρίσει το παιδί της. Οι υπόλοιποι έξι άνθρωποι που σκοτώθηκαν στις δύο επιθέσεις άφησαν επίσης πίσω τους οικογένειες, φίλους και ζωές που διακόπηκαν βίαια.
Ο μύθος του Μάνσον γιγαντώθηκε από βιβλία, ταινίες και τραγούδια. Όμως η πραγματική ιστορία δεν είναι η ιστορία ενός «σκοτεινού σταρ». Είναι η ιστορία μιας ομάδας που σκότωσε επτά ανθρώπους, και μιας εποχής που είδε την υπόσχεση της ελευθερίας να μετατρέπεται, στα χέρια ενός επικίνδυνου ανθρώπου, σε όργανο απόλυτου ελέγχου.














































