Η ιστορία της οικογένειας που εδώ και 40 χρόνια βάζει κάρβουνα και ψήνει καλαμπόκι για ντόπιους και επισκέπτες

Του Κώστα Ζοργιού

Κάθε καλοκαιρινός προορισμός που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να έχει και τον πάγκο που μυρίζει γεύση και αναμνήσεις. Το σημείο που κεντρίζει την περιέργεια των παιδιών, αυτό που θυμίζει στους μεγαλύτερους τις εποχές που ήταν εκείνοι παιδιά και κρατώντας ένα γνώριμο και αγαπημένο χέρι, ζητούσαν το ίδιο απαιτητικά ένα καλοψημένο καλαμπόκι ή λίγα κάστανα…

Για τη Νέα Μάκρη, αυτό το σποτ είναι ίδιο εδώ και πάνω από 40 χρόνια, χάρη στην αφοσίωση τριών μελών μιας οικογένειας που δεν κατάγεται από εδώ. Βρέθηκε από σπόντα μετά από μια καλοκαιρινή βόλτα, αγάπησε το μέρος και τους ανθρώπους και στον δικό της πάγκο, στρίμωξε μια σχάρα, πολύ μεράκι, ακόμα περισσότερη φροντίδα και εκατοντάδες χιλιάδες καλαμπόκια…

Μια κυριακάτικη βόλτα πριν από 60 χρόνια

Ο Φίλιππος και η Γεωργία Τσικρικά κατάγονταν από την Εύβοια και τη Φλώρινα, αλλά μετά τη γνωριμία και τον γάμο τους, έφτιαξαν το σπίτι τους στη Νέα Ιωνία και πάλευαν για την επιβίωσή τους δουλεύοντας αμέτρητες ώρες, εκείνος ως ελαιοχρωματιστής κι εκείνη ως μοδίστρα. Σε μια από τις κυριακάτικες βόλτες τους εκτός Αθήνας, βρέθηκαν στην… ασπρόμαυρη Νέα Μάκρη των μέσων της δεκαετίας του ‘60 και μαγεύτηκαν.

Αποφάσισαν να μετακομίσουν μόνιμα εδώ, τέτοιες μέρες τo 1966, πήραν ένα σπίτι δίπλα στον Νηρέα και ξεκίνησαν ουσιαστικά από το μηδέν, ανοίγοντας ένα σφαιριστήριο με μπιλιάρδα στη Νικολάου Πλαστήρα, εκεί που σήμερα βρίσκεται η πιτσαρία Toto’s Little Italy, με τις λιγοστές οικονομίες που είχαν στην άκρη.

Ο πρώτος πάγκος στην πλατεία

Στην πορεία των χρόνων, η Γεωργία συνέχισε να εργάζεται ως μοδίστρα, ενώ ο Φίλιππος πέρασε από τον ΟΤΕ και την Αμερικανική Βάση κι έκανε μεροκάματα σε ένα συνεργείο, όπου τον βρήκε το κακό. Από μπογιές που έπεσαν στα μάτια του, έπαθε

μεγάλη ζημιά και παρά τις εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε ταξιδεύοντας μέχρι τη Ρωσία, έχασε την όρασή του από το ένα μάτι.

Αυτή η νέα συνθήκη ανάγκασε το ζευγάρι, που απέκτησε και δύο παιδιά, να αλλάξει πορεία και να ασχοληθεί με κάτι εντελώς διαφορετικό. Και κάπως έτσι, προέκυψε ο πάγκος, στον οποίο τον χειμώνα έβρισκες λουλούδια και το καλοκαίρι καλαμπόκια, με πρώτο στέκι στην πάνω πλευρά της πλατείας, εκεί όπου ξεκινούσαν τα λεωφορεία.

Για πολλά χρόνια, ο Φίλιππος κι η Γεωργία υποδέχονταν ντόπιους κι επισκέπτες, πάντα στο ίδιο σημείο και με την ίδια όρεξη να αλλάξουν μαζί τους δυο κουβέντες, να διηγηθούν μια ιστορία και να τους περιποιηθούν για να φύγουν χαρούμενοι και σύντομα να επιστρέψουν.

Το δυστύχημα στη Μαραθώνος και η απώλεια

Έγιναν σημείο αναφοράς στη Νέα Μάκρη της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές αυτής του ‘90, μπήκε στο παιχνίδι και ο γιος τους Ηλίας, ο οποίος έμεινε με τη μητέρα του στο γνωστό σημείο, ώστε ο πατέρας να κατέβει για πρώτη φορά στην παραλία και να στήσει έναν δεύτερο πάγκο, εκεί που βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Ένα βράδυ πριν από 34 χρόνια, το 1992, μια τραγωδία συγκλόνισε την τοπική κοινωνία. Επιστρέφοντας από πανηγύρι στον Μαραθώνα, ένα αυτοκίνητο έπεσε με μεγάλη ταχύτητα πάνω στο μηχανάκι του Φίλιππου πάνω στη Μαραθώνος. Η Γεωργία τραυματίστηκε πολύ σοβαρά αλλά κρατήθηκε στη ζωή, εκείνος όμως έσβησε πάνω στην άσφαλτο. Το πόστο του στην παραλία της Νέας Μάκρης, ακριβώς μπροστά από τις βάρκες στο λιμάνι, απέναντι από την Αγίου Κωνσταντίνου πήρε ο γιος του.

Αρχικά, δουλεύοντας για 2-3 μήνες το καλοκαίρι μια και εργαζόταν (και εργάζεται ακόμα) ως υδραυλικός κι εκπαιδευτής σκι στην Αράχωβα, αλλά με το πέρασμα των ετών, για πολύ μεγαλύτερο διάστημα.

«Τιμώ το παρελθόν της οικογένειάς μου»

«Ειδικά την τελευταία 10ετία, η δουλειά έχει ανοίξει κι ο πάγκος έγινε σχεδόν μόνιμος. Πάντα ήξερα ότι τα καλαμπόκια και τα κάστανα δε θα μου χάριζαν ποτέ καταθέσεις στην τράπεζα, αλλά έπαιρνα τις αποφάσεις με βάση το πού με οδηγούσε η καρδιά μου.

Και σήμερα νιώθω χαρούμενος που τιμώ το παρελθόν της οικογένειάς μου κάνοντας κάτι που αγαπώ», λέει στη MP ο Ηλίας, γνωστός στην περιοχή και ως «Τσίκος». Και περιγράφει μια εικόνα που μπορεί στην τσέπη να μην σε κάνει πλούσιο, αλλά σίγουρα γεμίζει την καρδιά σου.

«Μου προκαλεί συγκίνηση να βλέπω ανθρώπους που πριν χρόνια έλεγαν “πάμε στη γιαγιά Γεωργία” εννοώντας τη μητέρα μου, να έρχονται με τα παιδιά τους στο λιμάνι. Δύσκολα περιγράφεται το συναίσθημα να δίνεις χαρά σε παιδιά και να ξέρεις ότι εκείνη τη στιγμή που ψήνεται το καλαμπόκι ή το δίνεις χέρι με χέρι, οι μεγαλύτεροι φέρνουν στο μυαλό εικόνες μιας άλλης εποχής, τότε που τραβούσαν τη φούστα της μητέρας τους για ένα καλαμπόκι. Το βλέπω στα μάτια τους και στο χαμόγελό τους»…

Προηγούμενο άρθροΒόμβα στον Θησέα: Τέλος ο Γιάννης Τσέλιος μετά από 5 χρόνια στον πάγκο
Επόμενο άρθρο50 χρόνια ΜΕΣΜΑ: Το Σάββατο 27 Ιουνίου η μεγάλη γιορτή με πασίγνωστους καλλιτέχνες