Περίπου 35.000 Έλληνες έχουν επιλέξει να ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, σε μια χώρα όπου ο χειμώνας είναι βαρύς, οι ημέρες γίνονται εξαιρετικά μικρές για μήνες και η φορολογία κάθε άλλο παρά χαμηλή είναι.

Γιατί;

Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτό που προσφέρει η Σουηδία ως αντάλλαγμα: υψηλές αποδοχές, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνική προστασία και μια πολύ διαφορετική σχέση ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος.

Ο μέσος καθαρός μισθός υπολογίζεται περίπου στα 2.800 ευρώ τον μήνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Menshouse, ενώ ιδιαίτερα χαμηλές παραμένουν συγκριτικά και οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα 2.800 ευρώ δεν λένε από μόνα τους όλη την ιστορία

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι ο «μέσος μισθός» δεν σημαίνει πως κάθε εργαζόμενος στη Σουηδία εισπράττει 2.800 ευρώ καθαρά.

Οι αποδοχές μεταβάλλονται σημαντικά ανάλογα με το επάγγελμα, την περιοχή, την εμπειρία και τον κλάδο εργασίας.

Επιπλέον, η Σουηδία δεν είναι φθηνή χώρα. Η στέγαση, η εστίαση και αρκετά καταναλωτικά αγαθά μπορούν να κοστίζουν περισσότερο από ό,τι στην Ελλάδα.

Η διαφορά βρίσκεται περισσότερο στη σχέση εισοδήματος και εξόδων και στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των φόρων επιστρέφει στον πολίτη μέσα από υπηρεσίες και κοινωνικές παροχές.

Το μεγάλο όπλο της Σουηδίας είναι το κοινωνικό κράτος

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι η γονική άδεια.

Με τη γέννηση ή την υιοθεσία ενός παιδιού, οι γονείς μπορούν να μοιραστούν συνολικά 480 ημέρες γονικής άδειας, με τις 240 ημέρες να αντιστοιχούν σε κάθε γονέα πριν από τη δυνατότητα μεταβίβασης μέρους τους στον άλλο.

Το σύστημα συμπληρώνεται από εκτεταμένη κοινωνική προστασία, δημόσια εκπαίδευση και ένα μοντέλο υγείας στο οποίο το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης προέρχεται από τη φορολογία.

Και οι φόροι είναι πράγματι υψηλοί.

Αυτό είναι ουσιαστικά το «συμβόλαιο» του σουηδικού μοντέλου: πληρώνεις περισσότερο στο κράτος, αλλά περιμένεις περισσότερα από αυτό.

Το ρεύμα και το ενεργειακό πλεονέκτημα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ηλεκτρική ενέργεια.

Η Σουηδία διαθέτει ένα ενεργειακό σύστημα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υδροηλεκτρική και την πυρηνική ενέργεια, μαζί με τις υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές.

Αυτό της επιτρέπει να παράγει ηλεκτρική ενέργεια με εξαιρετικά χαμηλές εκπομπές άνθρακα και, σε πολλές περιόδους, σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές.

Χρειάζεται πάντως προσοχή στον ισχυρισμό ότι έχει απλώς «το φθηνότερο ρεύμα στην ΕΕ»: οι τελικές τιμές για τα νοικοκυριά εξαρτώνται από περίοδο, περιοχή κατανάλωσης, φόρους και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η σύγκριση.

Άρα για Marathon θα κρατούσα το ασφαλέστερο «από τα φθηνότερα».

Γιατί έχουν εγκατασταθεί εκεί χιλιάδες Έλληνες

Η ελληνική παρουσία στη Σουηδία δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης.

Έχει ιστορία δεκαετιών, ενώ σήμερα ελληνικές κοινότητες υπάρχουν κυρίως στη Στοκχόλμη, το Γκέτεμποργκ και το Μάλμε. Το Menshouse υπολογίζει τον ελληνικό πληθυσμό περίπου στις 35.000.

Οι λόγοι της μετανάστευσης έχουν αλλάξει με τα χρόνια. Σήμερα η χώρα προσελκύει εργαζόμενους μεταξύ άλλων στην τεχνολογία και την υγεία, αλλά και νέους που πηγαίνουν για σπουδές και τελικά παραμένουν εκεί.

Δεν πρόκειται φυσικά για παράδεισο.

Οι μεγάλοι και σκοτεινοί χειμώνες, η δυσκολία εύρεσης κατοικίας σε ορισμένες μεγάλες πόλεις, το κόστος ζωής και η υψηλή φορολογία αποτελούν πραγματικά μειονεκτήματα.

Κι όμως, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες έχουν αποφασίσει ότι το ισοζύγιο τούς συμφέρει.

Ίσως λοιπόν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της Σουηδίας να μην είναι ούτε τα 2.800 ευρώ, ούτε το φθηνότερο ηλεκτρικό.

Είναι ότι πρόκειται για ένα διαφορετικό κοινωνικό συμβόλαιο:

το κράτος ζητά πολλά από τον πολίτη – και ο πολίτης απαιτεί πολλά από το κράτος.

Προηγούμενο άρθροΤο δράμα που έγινε ταινία: Έμεινε 27 ώρες κάτω από τους Δίδυμους Πύργους και βγήκε ζωντανή