Ανοίγεις μια πλατφόρμα streaming για να δεις μια ταινία. Είκοσι λεπτά αργότερα εξακολουθείς να περνάς από τίτλο σε τίτλο και τελικά αναρωτιέσαι γιατί δεν έβαλες απλώς εκείνη που είχες δει στην αρχή.
Η εμπειρία είναι γνώριμη και έχει συνδεθεί με το λεγόμενο «παράδοξο της επιλογής»: την ιδέα ότι η μεγαλύτερη ποικιλία δεν κάνει πάντοτε ευκολότερη ή πιο ικανοποιητική μια απόφαση. Μόνο που η επιστήμη πίσω από το φαινόμενο είναι πιο ενδιαφέρουσα από το απλό «όσο περισσότερες επιλογές έχεις τόσο πιο δυστυχισμένος είσαι».
Η θεωρία που έκανε γνωστό ο Barry Schwartz
Ο Αμερικανός ψυχολόγος Barry Schwartz έκανε ευρέως γνωστή την ιδέα με το βιβλίο του The Paradox of Choice. Υποστήριξε ότι η τεράστια αύξηση των διαθέσιμων επιλογών στη σύγχρονη ζωή μπορεί να αυξήσει το κόστος της απόφασης, τις προσδοκίες και τη σκέψη για τις εναλλακτικές που αφήσαμε πίσω.
Η λογική είναι ελκυστική: όταν έχεις τρεις επιλογές, η σύγκριση είναι σχετικά απλή. Όταν έχεις εκατό, πρέπει να επεξεργαστείς πολύ περισσότερες πληροφορίες και γίνεται ευκολότερο να αναρωτιέσαι αν κάπου ανάμεσα στις 99 επιλογές που απέρριψες υπήρχε κάτι καλύτερο.
Οι πολλές επιλογές δεν μας «παραλύουν» πάντα
Η έρευνα όμως δεν επιβεβαιώνει έναν καθολικό κανόνα. Προγενέστερη μετα-ανάλυση 50 μελετών είχε βρει ότι, κατά μέσο όρο, η απλή αύξηση του αριθμού των επιλογών δεν προκαλούσε από μόνη της σταθερό αρνητικό αποτέλεσμα.
Μεταγενέστερη μετα-ανάλυση 99 παρατηρήσεων με συνολικά 7.202 συμμετέχοντες έδωσε μια πιο λεπτομερή εικόνα: το choice overload είναι πιθανότερο όταν η απόφαση είναι δύσκολη, οι επιλογές είναι πολύπλοκες, ο άνθρωπος δεν είναι βέβαιος για τις προτιμήσεις του ή προσπαθεί να πάρει την απόφαση με όσο το δυνατόν μικρότερη προσπάθεια.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ένας μαγικός αριθμός προϊόντων ή ταινιών μετά τον οποίο ο εγκέφαλος «μπλοκάρει». Το πλαίσιο της απόφασης έχει τεράστια σημασία.
Γιατί μετά την επιλογή μπορεί να έρθει η αμφιβολία
Όσο περισσότερες ελκυστικές εναλλακτικές βλέπουμε, τόσο περισσότερα χαρακτηριστικά αφήνουμε πίσω όταν τελικά επιλέγουμε μία. Αυτό μπορεί να κάνει ευκολότερη τη σκέψη του κόστους ευκαιρίας: «αν είχα πάρει το άλλο, θα είχα αυτό που τώρα μου λείπει».
Έρευνες για το choice overload χρησιμοποιούν πράγματι ως δείκτες όχι μόνο την αναβολή της απόφασης αλλά και τη μεταγενέστερη ικανοποίηση, την αυτοπεποίθηση για την επιλογή, τη μετάνοια και την πιθανότητα αλλαγής επιλογής. citeturn0search0
«Maximizer» ή «satisficer»;
Ο Schwartz έχει χρησιμοποιήσει τη διάκριση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Ο maximizer επιδιώκει να βρει την καλύτερη δυνατή επιλογή και επομένως έχει λόγο να εξετάσει όσο περισσότερες εναλλακτικές μπορεί. Ο satisficer θέτει κριτήρια και, όταν βρει μια επιλογή που τα καλύπτει αρκετά καλά, σταματά την αναζήτηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παίρνουμε όλες τις αποφάσεις γρήγορα ή ότι η αναζήτηση της καλύτερης επιλογής είναι πάντοτε λάθος. Για σημαντικές αποφάσεις η σύγκριση έχει προφανή αξία.
Το απλό κόλπο: περιόρισε το πεδίο
Για τις μικρές καθημερινές αποφάσεις, όμως, μπορούμε να μειώσουμε μόνοι μας την πολυπλοκότητα. Αντί να ψάξουμε ολόκληρο τον κατάλογο μιας streaming υπηρεσίας, μπορούμε να αποφασίσουμε πρώτα «θέλω κωμωδία κάτω από δύο ώρες». Αντί να συγκρίνουμε δεκάδες προϊόντα, μπορούμε να ορίσουμε δύο ή τρία χαρακτηριστικά που πραγματικά μας ενδιαφέρουν.
Έτσι δεν εγκαταλείπουμε την ελευθερία της επιλογής. Απλώς μετατρέπουμε μια τεράστια λίστα σε μια απόφαση που μπορεί πράγματι να διαχειριστεί το μυαλό μας.
Το «παράδοξο της επιλογής», λοιπόν, δεν λέει ότι οι επιλογές είναι κακές. Η πιο σύγχρονη εικόνα είναι ότι η αφθονία μπορεί να γίνει βάρος όταν η απόφαση είναι ήδη δύσκολη και δεν ξέρουμε ακριβώς τι ψάχνουμε. citeturn0search0

















































