Παίρνεις την προαγωγή, ολοκληρώνεις ένα δύσκολο project, ακούς ένα «μπράβο» — και αντί να σκεφτείς ότι το άξιζες, περνά από το μυαλό σου κάτι πολύ διαφορετικό: «Απλώς στάθηκα τυχερός. Κάποια στιγμή θα καταλάβουν ότι δεν είμαι τόσο καλός όσο νομίζουν».
Αυτή η εμπειρία είναι γνωστή ως impostor phenomenon ή «φαινόμενο του απατεώνα». Συχνά αποκαλείται «σύνδρομο του απατεώνα», όμως δεν αποτελεί ξεχωριστή ψυχιατρική διάγνωση. Περιγράφει ένα μοτίβο επίμονης αυτοαμφισβήτησης, δυσκολίας να εσωτερικεύσουμε τις επιτυχίες μας και φόβου ότι κάποια στιγμή θα «αποκαλυφθούμε» ως λιγότερο ικανοί απ’ όσο πιστεύουν οι άλλοι.
Από πού ξεκίνησε ο όρος
Το φαινόμενο περιγράφηκε το 1978 από τις ψυχολόγους Pauline Clance και Suzanne Imes, οι οποίες μελέτησαν γυναίκες με υψηλές ακαδημαϊκές και επαγγελματικές επιδόσεις. Παρά τα αντικειμενικά επιτεύγματά τους, πολλές δυσκολεύονταν να αποδώσουν την επιτυχία στις δικές τους ικανότητες και φοβούνταν ότι είχαν υπερεκτιμηθεί.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν έγινε σαφές ότι η εμπειρία δεν περιορίζεται στις γυναίκες. Έχει καταγραφεί σε άνδρες και γυναίκες, φοιτητές, εργαζομένους και επαγγελματίες διαφορετικών ηλικιών.
Αυτό που δεν μπορούμε να πούμε είναι ότι «το παθαίνουν οι πιο ικανοί». Το γεγονός ότι εμφανίζεται συχνά σε ανθρώπους με υψηλές επιδόσεις δεν αποδεικνύει ότι όσο πιο ικανός είναι κάποιος τόσο πιθανότερο είναι να αισθανθεί «απατεώνας».
Το παράδοξο: Η επιτυχία δεν εξαφανίζει πάντα την αμφιβολία
Στον πυρήνα του φαινομένου βρίσκεται μια παράξενη ασυμμετρία. Η αποτυχία μπορεί να μεταφραστεί εσωτερικά ως «δεν είμαι αρκετά καλός», ενώ η επιτυχία αποδίδεται στην τύχη, στην υπερβολική προσπάθεια ή σε κάποιο λάθος των άλλων.
Έτσι δημιουργείται ένας δύσκολος κύκλος: ο άνθρωπος φοβάται ότι θα αποτύχει, προετοιμάζεται υπερβολικά ή αγχώνεται έντονα, τελικά τα καταφέρνει — και αντί η επιτυχία να διορθώσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, την εξηγεί ως εξαίρεση.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία συνδέει το impostor phenomenon με παράγοντες όπως η τελειοθηρία, ο φόβος της αρνητικής αξιολόγησης και ορισμένα ανταγωνιστικά ή έντονα ιεραρχικά περιβάλλοντα. Δεν υπάρχει όμως ένας μοναδικός τύπος ανθρώπου που «παθαίνει» το φαινόμενο.
Πόσο συχνό είναι πραγματικά;
Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα απ’ όσο αφήνουν να εννοηθεί τα viral ψυχολογικά τεστ. Μεγάλη ανασκόπηση 62 μελετών είχε βρει ποσοστά από 9% έως 82%, ανάλογα με τον πληθυσμό, το ερωτηματολόγιο και το όριο που χρησιμοποιούσε κάθε έρευνα.
Μια μετα-ανάλυση του 2026 σε 34 μελέτες και 9.550 φοιτητές Ιατρικής υπολόγισε συνολική συχνότητα περίπου 49%. Οι ίδιοι οι ερευνητές, όμως, προειδοποίησαν ότι υπήρχαν τεράστιες διαφορές μεταξύ των μελετών και ότι τα διαφορετικά εργαλεία μέτρησης μπορεί να μην καταγράφουν ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, umbrella review που δημοσιεύθηκε το 2026 κατέληξε ότι δεν υπάρχει σήμερα ένα καθολικά αποδεκτό «gold standard» για τη μέτρηση του impostor phenomenon.
Γιατί το «σκέψου θετικά» δεν αρκεί
Το εύκολο advice του Internet είναι να γράψουμε τα επιτεύγματά μας σε ένα χαρτί και να θυμίζουμε στον εαυτό μας ότι «αξίζουμε». Αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο για κάποιους, αλλά η έρευνα για το πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο παραμένει περιορισμένη.
Μια ανασκόπηση παρεμβάσεων του 2024 βρήκε ότι οι μελέτες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Οι πιο συχνές προσεγγίσεις περιλαμβάνουν εκπαίδευση, συμβουλευτική, coaching, ομαδική υποστήριξη και συζήτηση των ίδιων των εμπειριών. Υπάρχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα, αλλά όχι ακόμη μία αποδεδειγμένη «συνταγή πέντε βημάτων» που λειτουργεί για όλους.
Μάλιστα, μια τυχαιοποιημένη μελέτη εργαζομένων είχε βρει ότι το coaching μπορούσε να μειώσει τα σχετικά συναισθήματα και τον φόβο αρνητικής αξιολόγησης. Πρόκειται όμως για ένα κομμάτι μιας βιβλιογραφίας που εξακολουθεί να χρειάζεται ισχυρότερες μελέτες.
Δεν είναι πάντα πρόβλημα μόνο του ατόμου
Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία της νεότερης έρευνας είναι ότι απομακρύνεται από την ιδέα πως όλα συμβαίνουν «μέσα στο κεφάλι μας». Η κουλτούρα ενός εργασιακού χώρου, η συνεχής σύγκριση, η αίσθηση ότι δεν ανήκουμε πραγματικά σε μια ομάδα και τα έντονα ιεραρχικά περιβάλλοντα μπορούν να συμβάλλουν στην εμπειρία.
Γι’ αυτό και οι ερευνητές εξετάζουν πλέον όχι μόνο τι μπορεί να κάνει ο εργαζόμενος, αλλά και τον ρόλο της υποστήριξης από συναδέλφους και προϊσταμένους, της καθοδήγησης και του εργασιακού περιβάλλοντος.
Η πιο χρήσιμη ερώτηση
Ίσως λοιπόν η σωστή αντίδραση στη σκέψη «απλώς στάθηκα τυχερός» να μην είναι να προσπαθήσουμε να πείσουμε με το ζόρι τον εαυτό μας ότι είμαστε καταπληκτικοί.
Πιο χρήσιμο είναι να κοιτάξουμε τα δεδομένα: Τι κάναμε εμείς για να έρθει το αποτέλεσμα; Ποιες δεξιότητες χρησιμοποιήσαμε; Πόσες φορές η ίδια «τύχη» έχει επαναληφθεί;
Γιατί μια επιτυχία μπορεί πράγματι να περιλαμβάνει τύχη. Όταν όμως το ίδιο μοτίβο επιτυχίας επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, ίσως το δυσκολότερο πράγμα δεν είναι να αποδείξεις στους άλλους ότι αξίζεις τη θέση σου.
Είναι να το πιστέψεις κι εσύ.










































