Η ιστορία του «Ινδιάνου» Στέλιου Γρίβα και της μικρής καντίνας του 2001 που έγινε μαγαζί-θρύλος για το Ζούμπερι και την Ανατολική Αττική

Του Κώστα Ζοργιού

«Τι να πάμε να κάνουμε στη Γλυφάδα; Θα πάρω το άλλο οικόπεδο στο Ζούμπερι». Ίσως αυτή η στο δίλημμα ενός ανθρώπου που βρέθηκε από το να γυαλίζει παπούτσια στο κέντρο της Αθήνας, να σηκώνει ολόκληρο εργοστάσιο καπνοπαραγωγής κάνοντας περιουσία, να μην ήταν τελικά η πιο σοφή επιλογή από πλευράς αξίας γης. Ας είναι…

Αποδείχθηκε καθοριστική τόσο για το μέλλον της περιοχής, μα πολύ περισσότερο για την πορεία ζωής του εγγονού του, που μεγάλωσε χαζεύοντας τα αστέρια στρωματσάδα, ονειρευόμενος την ημέρα που θα έφτιαχνε τον μικρό του παράδεισο.

Για να διηγηθείς την ιστορία του Ινδιάνου, δεν έχεις άλλη επιλογή από το να διηγηθείς την ιστορία του Στέλιου Γρίβα. Γιατί κάθε κομμάτι της υλικής και άυλης πτυχής του μπαρ που φέρνει στα μέρη μας κόσμο από όλη την Αθήνα, είναι ο ίδιος ο Στέλιος. Ο χαρακτήρας, τα πάθη, οι σκέψεις και οι ανησυχίες του.

 

Καλοκαίρια, χειμώνες και τα πρώτα ταξίδια

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κυψέλη, γνώρισε το Ζούμπερι από παιδάκι, ερχόμενος εδώ τα καλοκαίρια στο σπίτι που με τα χρόνια έφτιαξε ο παππούς. Σε μια εποχή που ο κόσμος ήταν… έξω καρδιά και ο οικισμός προσφερόταν για να αλωνίζει η πιτσιρικαρία μέχρι τη Νέα Μάκρη με τα ποδήλατα, χωρίς οι γονείς να νιώθουν ανασφάλεια.

Οι χειμώνες στην Αθήνα ήταν πιο απαιτητικοί. Από την ηλικία των 8 ετών εργαζόταν στο εργοστάσιο μαρμάρων του πατέρα του, μαθαίνοντας καλά μια τέχνη που δεν είχε σκοπό να υπηρετήσει. Ήταν, όμως, το μέσο για να μαζέψει χρήματα και να τα επενδύσει στο μεγάλο του πάθος. Τη μουσική.

Πριν καν φτάσει στην ενηλικίωση, από τα 15 του, άρχισε να ταξιδεύει σε Ελλάδα και Ευρώπη σε συναυλίες και φεστιβάλ «κυνηγώντας» οτιδήποτε σχετιζόταν με ροκ, από ψυχεδελική μέχρι το rockwave κίνημα.

Μπήκε ακόμα και στο περίφημο Magic Bus για να φτάσει στα 16 του μέχρι την Ολλανδία και όλο αυτό το ταξίδι άνοιξε κι άλλους μουσικούς ορίζοντες. «Ήρθα σε επαφή με την ηλεκτρονική μουσική. Φύση, χρώματα, φωτεινές ή σκοτεινές ατμόσφαιρες, ήταν κάτι που με πήρε μαζί του. Το “καβάλησα” και δεν το άφησα ποτέ».

«Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»

Κάπου εδώ έρχεται η στιγμή που γίνεται οδηγός ζωής. Μια απλή στιγμή, μια εικόνα, ένα φωτογραφικό κλικ που δεν ξέχασε ποτέ.

«Μια από τις φορές που το σκάσαμε από το σπίτι με έναν φίλο, πήγαμε στη Σέριφο. Καθίσαμε κάτω από κάτι αλμυρίκια, εκεί που σήμερα βρίσκεται το κάμπινγκ και κοιμηθήκαμε μέχρι που ξημέρωσε. Ήθελα καφέ το πρωί και πήγα σε μια καντίνα παραδίπλα. Ήταν ένα ζευγάρι, Έλληνας με Ολλανδή και ετοιμάζονταν να ανοίξουν. Έπλεναν με το λάστιχο, έβρεχαν ο ένας τον άλλο και γελούσαν. Ήταν ευτυχισμένοι. Τους έβλεπα και σκεφτόμουν “αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου”».

Ένα βράδυ με τους Πυξ Λαξ στην Καλαμάτα

Επιστροφή στην πραγματική ζωή και τις αποφάσεις μετά το σχολείο. Δεν έχει σκοπό ούτε εξετάσεις να δώσει ούτε να μπει στα συνήθη καλούπια της εποχής. Τραβά έναν δικό του δρόμο κόντρα στις επιθυμίες των γονιών του και με τα χρήματα από το μαρμαράδικο γράφεται σε μια σχολή ηχοληψίας. Ένας τρόπος να είναι κοντά στη μουσική.

Ήταν καλός και τον πρότεινε η σχολή σε διάφορες δουλειές, άρχισε να γνωρίζει κόσμο και να δικτυώνεται. Ένα βράδυ βρίσκεται στην Καλαμάτα, να ρυθμίσει την κονσόλα για το live μιας άσημης μπάντας που θα έπαιζε μπροστά σε μετρημένα άτομα. Αυτοί οι Πυξ Λαξ… κάτι κάνουν, τους βλέπει ένας μάνατζερ και τους προτείνει να παίξουν στο Μοσχάτο. Ο Στέλιος πάει και εκεί να βοηθήσει και σε αυτό το live έρχεται η δεύτερη καθοριστική στιγμή της ενήλικης ζωής του.

«Όσο ετοιμάζαμε, έρχεται ο Μπάμπης Στόκας και μου λέει να βάλω στη σκηνή ένα μικρόφωνο. Το βράδυ εμφανίζεται ένας Άραβας και ξεκινά να παίζει τουμπερλέκι. Μαγεύτηκα. Καθόμουν και τον χάζευα, άνοιξε έναν άλλο, διαφορετικό δρόμο που ήθελα να εξερευνήσω…».

Το τουμπερλέκι των 42.000 δραχμών

Την επόμενη ημέρα πηγαίνει στο μαγαζί του Φίλιππου Νάκα να αγοράσει παρτιτούρες. Στη βιτρίνα υπάρχει ένα ίδιο τουμπερλέκι…

«Έχω πάνω μου 25.000 και κοστίζει 42.000. Σαν να ήταν γραφτό να συμβεί, είναι εκεί ο ίδιος ο Νάκας και ακούει την κουβέντα μου με τους υπαλλήλους που τους ζητάω να μου κάνουν κάτι καλύτερο. Του διηγούμαι μέσα σε δύο λεπτά όλη την ιστορία της ζωής μου, του μιλώ για το πάθος μου για τη μουσική και πριν προλάβω να βάλω τελεία, τους λέει να μου το δώσουν 25.000 και μου προσφέρει 30% έκπτωση στο ωδείο του για να μάθω να παίζω». Κι αυτή είναι η τρίτη καθοριστική στιγμή του…

Σαν να έχει γεννηθεί με ένα τουμπερλέκι στα χέρια, αποδεικνύεται χαρισματικός. Μαθαίνει να παίζει πολύ καλά, πολύ γρήγορα και έρχονται οι πρώτες επαγγελματικές προτάσεις. Ξεκινά δίπλα στον Στέλιο Ρόκκο και η εξέλιξή του δεν έχει φρένο… Παίζει με

Διαμάντη, Χριστοδουλόπουλο, Μαζωνάκη, Ζαχαράτο και άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής και σολίστας στο «Γοργόνες και Μάγκες» και στο θρυλικό «Ποδειδώνιο».

Στην επόμενη σκηνή στο φιλμ της ζωής του, επτά χρόνια αργότερα, εμφανίζεται στα πιο γνωστά κλαμπ της Αθήνας, να δίνει… ρέστα παίζοντας τουμπερλέκι πάνω σε house μουσική.

Μπελούτσι, Τζολί κι ένα βαρύ τίμημα

Γίνεται περιζήτητος και παίζει στο Camel, στο Plus Soda, στο King Size, στο Venue και σε άλλα γνωστά μαγαζιά πριν περάσει στο επόμενο επίπεδο που περιλαμβάνει από το άνοιγμα του γκαλά της Μόνικα Μπελούτσι στο κτήμα Νάσιουτζικ μέχρι το πάρτι της Αντζελίνα Τζολί όταν γυρνούσε το Tomb Raider. Η εξέλιξή του είναι εντυπωσιακή. Αλλά υπάρχει ένα βαρύ τίμημα…

«Όσα χρόνια ήμουν στα μαγαζιά διεκδικώντας θέση σε ορχήστρες με μουσικούς που έπαιζαν από πέντε χρονών, ένιωθα ένα άγχος που με έτρωγε μέρα με τη μέρα. Με έφτασε στο σημείο να πίνω πολύ και τελικά να γίνω αλκοολικός. Που στην πραγματικότητα είναι αυτός ο οποίος αν πιει το πρώτο ποτό, δεν μπορεί να σταματήσει. Έτσι κι εγώ, δεν μπορούσα να σταματήσω».

Πουέρτο Ρούφα, το ξεκίνημα

Έχουμε φτάσει στο 2001 και ο Στέλιος ψάχνει διέξοδο. Ίσως διέξοδος να είναι αυτή η ιδέα που κάποτε ονόμασε «σκοπό ζωής» κι έτσι με τον θείο και τον ξάδελφό του στήνουν στο οικόπεδο του Ζούμπερι μια καντίνα. Αν και επιμένει να την ονομάσουν «Πουέρτο Ρούφα», γίνεται γνωστή ως Del Mare.

Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια τα καλοκαίρια προσφέροντας στον κόσμο που ερχόταν για μπάνιο τα θρυλικά τοστ της μητέρας του, φραπέ, παγωτό, μπύρες και τα βασικά ποτά. Μέσα στους επισκέπτες είναι και κόσμος που τον γνώριζε από την καριέρα του στην Αθήνα και έρχεται να ακούσει τη μουσική που έβαζε στο μαγαζί ή αν είναι τυχεροί, το τουμπερλέκι που παίζει στην παραλία τα βράδια μετά το κλείσιμο.

Η καντίνα τα πηγαίνει εξαιρετικά, μαζεύει πολύ κόσμο, αλλά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Πίνει ακόμα πολύ στα μεγάλα μαγαζιά που παίζει και πολλά βράδια είναι θαύμα ακόμα και το ότι καταφέρνει να γυρίσει στο Ζούμπερι.

Η απόφαση να ζητήσει και να πάρει απλόχερα βοήθεια το 2007, εντασσόμενος σε ομάδα, συμπίπτει με την εξέλιξη της καντίνας. Όλα αυτά τα χρόνια αλλά και στη συνέχεια, όλο και κάτι προσθέτει. Ένα σκέπαστρο, δύο ομπρέλες, μια πέργκολα, μερικά τραπέζια, μαξιλάρες, αχυρόμπαλες.

Ο «Ινδιάνος»

Το 2011 κάνει τις τελευταίες του εμφανίσεις ταξιδεύοντας στο Πακιστάν με το «Χαμόγελο του Παιδιού» και παίζοντας στο live του Πολ Όκενφολντ στην Ιερά Οδό και αφοσιώνεται πλήρως στο μαγαζί που το 2013 μετακομίζει εκεί που είναι σήμερα και το 2014 παίρνει το όνομα «Ινδιάνος». Είναι το παρατσούκλι που έχει από παιδί και τα… ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.

«Ο Ινδιάνος είναι ένα βιβλίο που έχει πολλές σελίδες και γι’ αυτό το σλόγκαν του είναι το “a place with stories”. Είναι ένα προσωποκεντρικό μπαρ που δεν δημιουργήθηκε για το κέρδος. Δεν έφτιαξα ένα μαγαζί και του έβαλα μουσική, είχα τη μουσική και της έβαλα μαγαζί.

Είναι ένα μέρος που ο κόσμος νιώθει ότι μπορεί να κάνει διακοπές ακόμα και στην Αθήνα, έρχεται μόνος και μπορεί να φύγει με δέκα παρέα, έρχεται είτε είναι 10 είτε 70, έρχεται ξυπόλητος ή με τακούνια. Υπηρετεί τη διασκέδαση αλλά και την κοινωνική προσφορά, καθώς εδώ δημιουργήθηκε η πρώτη φιλοζωική της περιοχής ή χάρη σε αυτόν ήρθε το 2009 ο πρώτος κάδος ανακύκλωσης για να αξιοποιούμε τα σκουπίδια.

Ο Ινδιάνος είναι οι άνθρωποί του. Ο Μιχάλης Ευαγγελίου, η Ράνια Πρωτόπαππα, ο Κρίτων Παπακωνσταντίνου, ο Μάνος Αναματερός, η Νίνα Αλεξιάδη, ο Μιχάλης Ψαρράς και πολλά παιδιά που μεγαλώσαμε παρέα εδώ και είναι πάντα εδώ».

Μαθήματα ζωής σε δύο τατού

Από την ημέρα που πρωτοακούστηκε στην καντίνα μουσική από τρανζιστοράκι μέχρι σήμερα που ακούς δίπλα στη θάλασσα, τζαζ, afro, punk, rock και τον Στέλιο να παίζει κάθε τόσο τουμπερλέκι μαζεύοντας όλο τον κόσμο σε μια παρέα, έχουν περάσει 25 χρόνια.

Όπως λέει «ο Ινδιάνος μένει ζωντανός γιατί το “πλήρωμά” του έχει ταπεινοφροσύνη, η αλαζονεία δεν πληρώνεται. Οραματίστηκα ένα μαγαζί με συγκεκριμένη μουσική, συγκεκριμένη ταυτότητα, συγκεκριμένη πέργκολα και τον κόσμο να χορεύει στους ρυθμούς που ήθελα.

Κι έτσι ακριβώς έγινε μέσα στον χρόνο. Μεγαλώνοντας μέσα σε αυτό το μπαρ πήρα πολλά μαθήματα. Τα έχω κάνει τατού στα δύο πόδια. Στο δεξί, στο πρώτο βήμα της ημέρας μου, είναι η ταπεινοφροσύνη. Στο αριστερό, η δημιουργία…».

Προηγούμενο άρθροΝίκη ανάσα για τον Εθνικό, αποκλεισμός για τον Θησέα στο Κύπελλο
Επόμενο άρθροΠετρέλαιο θέρμανσης: Στα 1,55 ευρώ το λίτρο με τις εκπτώσεις – Ποιοι πληρώνουν λιγότερα