
Μπορεί ένας υπολογιστής να βοηθήσει τους επιστήμονες να προβλέπουν με μεγαλύτερη ακρίβεια επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, να εξετάζουν νέες θεραπείες ή να σχεδιάζουν καλύτερα τις μετακινήσεις στις πόλεις; Η απάντηση βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ικανότητά του να επεξεργάζεται τεράστιους όγκους δεδομένων και να εκτελεί πολύπλοκες προσομοιώσεις. Αυτός είναι ο ρόλος που φιλοδοξεί να αναλάβει ο νέος εθνικός υπερυπολογιστής «Δαίδαλος».
Το σύστημα εγκαινιάστηκε τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι η ισχυρότερη υπολογιστική υποδομή που έχει αποκτήσει η Ελλάδα, με μετρημένη επίδοση 85,69 petaflops και παρουσία στην 31η θέση της διεθνούς κατάταξης TOP500 και στην 23η της Green500 για την ενεργειακή αποδοτικότητα.
Τι είναι ένας υπερυπολογιστής και σε τι διαφέρει από έναν συνηθισμένο υπολογιστή;
Δεν πρόκειται για έναν ιδιαίτερα γρήγορο προσωπικό υπολογιστή. Ο υπερυπολογιστής συνδυάζει πολλές υπολογιστικές μονάδες, που εργάζονται παράλληλα πάνω σε εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα. Έτσι μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα και να πραγματοποιεί επιστημονικούς υπολογισμούς που θα απαιτούσαν δυσανάλογα μεγάλο χρόνο ή δεν θα ήταν πρακτικά εφικτοί σε συμβατικά συστήματα.
Ο αριθμός των 85,69 petaflops αφορά την επίδοση του συστήματος σε συγκεκριμένη διεθνή δοκιμασία υπολογιστικής ισχύος και δεν σημαίνει ότι κάθε εφαρμογή θα επιτυγχάνει την ίδια ταχύτητα. Η πραγματική απόδοση εξαρτάται από το είδος του προβλήματος και το λογισμικό που χρησιμοποιείται.
Από τις πλημμύρες και τις πυρκαγιές μέχρι το κυκλοφοριακό
Στην πολιτική προστασία, η μεγάλη υπολογιστική ισχύς επιτρέπει την εκτέλεση αναλυτικότερων μοντέλων για την εξέλιξη ακραίων καιρικών φαινομένων, την εκτίμηση κινδύνων και την εξέταση εναλλακτικών σεναρίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο «Δαίδαλος» θα αποτρέπει από μόνος του μια πυρκαγιά ή μια πλημμύρα. Μπορεί όμως να προσφέρει καλύτερα εργαλεία στους επιστήμονες και, μέσω των κατάλληλων υπηρεσιών, στους φορείς που λαμβάνουν αποφάσεις.
Στις μεταφορές, αντίστοιχες προσομοιώσεις μπορούν να αναλύουν την κίνηση οχημάτων σε ένα μεγάλο οδικό δίκτυο, να δοκιμάζουν αλλαγές σε σηματοδότες ή δρομολόγια και να εκτιμούν τις συνέπειες διαφορετικών παρεμβάσεων πριν εφαρμοστούν. Δεν αποτελεί λύση του κυκλοφοριακού από μόνος του: χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα, επιστημονικά μοντέλα και πολιτικές αποφάσεις.
Τι μπορεί να προσφέρει στην υγεία;
Οι ερευνητές θα μπορούν να αξιοποιούν τον υπερυπολογιστή σε απαιτητικές αναλύσεις βιοϊατρικών δεδομένων, στην εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης που αναγνωρίζουν μοτίβα σε ιατρικές εξετάσεις και στη μελέτη πιθανών θεραπευτικών προσεγγίσεων. Οι δυνατότητες αυτές δεν ισοδυναμούν με έτοιμα διαγνωστικά εργαλεία ούτε υποκαθιστούν τις κλινικές δοκιμές και τον έλεγχο ασφάλειας.
Και γιατί είναι σημαντικός για την τεχνητή νοημοσύνη;
Ο «Δαίδαλος» θα αποτελέσει βασική υπολογιστική υποδομή για το ελληνικό εργοστάσιο τεχνητής νοημοσύνης PHAROS. Μεγάλα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, συμπεριλαμβανομένων μοντέλων που επεξεργάζονται την ελληνική γλώσσα, χρειάζονται σημαντικούς υπολογιστικούς πόρους για εκπαίδευση, προσαρμογή και αξιολόγηση. Η ύπαρξη τέτοιας υποδομής στην Ελλάδα μπορεί να μειώσει εμπόδια για ερευνητικές ομάδες και επιχειρήσεις.
Ποιοι θα έχουν πρόσβαση;
Οι διαθέσιμοι πόροι προορίζονται για πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, νεοφυείς και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τη βιομηχανία και φορείς του Δημοσίου, στο πλαίσιο εθνικών και ευρωπαϊκών διαδικασιών. Δεν πρόκειται για σύστημα όπου οποιοσδήποτε πολίτης συνδέεται και υποβάλλει ένα απλό ερώτημα. Οι ενδιαφερόμενοι οργανισμοί θα διεκδικούν υπολογιστικούς πόρους με προτάσεις έργων και αξιολόγηση των αναγκών τους.
Η πρώτη πρόσβαση προγραμματίζεται να αρχίσει σταδιακά τον Δεκέμβριο, αφού ολοκληρωθεί η τεχνική παραμετροποίηση. Οι ακριβείς όροι θα ανακοινωθούν από την ΕΔΥΤΕ, που διαχειρίζεται την υποδομή, και τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.
Μια επένδυση στην έρευνα, όχι μια μαγική μηχανή
Η κατασκευή του «Δαίδαλου» εντάσσεται σε έργο συνολικού προϋπολογισμού περίπου 58,9 εκατ. ευρώ, με ΦΠΑ, με χρηματοδοτική συμμετοχή από ευρωπαϊκούς πόρους. Η αξία του όμως δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τη θέση του σε μια διεθνή κατάταξη. Θα κριθεί από το αν οι ελληνικές επιστημονικές ομάδες, οι επιχειρήσεις και οι δημόσιοι οργανισμοί μπορέσουν να αξιοποιήσουν ουσιαστικά τις δυνατότητές του.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αποκτά ένα ισχυρό εργαλείο για να εξετάζει δύσκολα προβλήματα. Οι απαντήσεις θα εξακολουθήσουν να απαιτούν επιστήμονες, σωστά δεδομένα, σχεδιασμό και αποφάσεις.














































