
Στις 18 Οκτωβρίου 1916, μέσα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Βρετανός στρατιώτης Χάρι Φαρ (Harry Farr) βρέθηκε μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα. Η κατηγορία ήταν η δειλία: είχε αρνηθεί να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή. Για τη στρατιωτική διοίκηση, η απείθεια έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Για την οικογένειά του, ο Φαρ δεν ήταν δειλός, αλλά ένας άνθρωπος που είχε συντριβεί ψυχικά από τον πόλεμο.
Ο στρατιώτης που δεν άντεχε άλλο
Ο Φαρ είχε καταταγεί στον βρετανικό στρατό πριν από την έναρξη του πολέμου και βρέθηκε στο Δυτικό Μέτωπο. Το 1915 είχε εμφανίσει συμπτώματα που τότε συνδέονταν με το λεγόμενο shell shock, μια ονομασία με την οποία οι γιατροί περιέγραφαν ποικίλες ψυχικές και νευρολογικές αντιδράσεις των στρατιωτών στις εκρήξεις, στον διαρκή φόβο και στη φρίκη των χαρακωμάτων.
Η κατανόηση αυτών των συμπτωμάτων απείχε πολύ από τη σημερινή γνώση για το μετατραυματικό στρες. Σε ένα στρατιωτικό σύστημα που έδινε τεράστια σημασία στην πειθαρχία, η αδυναμία ενός στρατιώτη να συνεχίσει μπορούσε να ερμηνευθεί ως έλλειψη θάρρους και όχι ως ένδειξη σοβαρής ψυχικής διαταραχής.
Η άρνηση και το στρατοδικείο
Το 1916, κατά τη διάρκεια της πολύνεκρης μάχης του Σομ, ο Φαρ αρνήθηκε να προχωρήσει προς τις θέσεις μάχης. Συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο με την κατηγορία της δειλίας. Η διαδικασία πραγματοποιήθηκε με τους αυστηρούς κανόνες της στρατιωτικής δικαιοσύνης της εποχής και κατέληξε σε θανατική καταδίκη.
Στις 18 Οκτωβρίου 1916 η ποινή εκτελέστηκε. Ο Φαρ ήταν 25 ετών. Πίσω του άφησε τη σύζυγό του και τη μικρή κόρη τους. Για δεκαετίες η οικογένεια έζησε όχι μόνο με την απώλεια, αλλά και με το στίγμα της επίσημης κατηγορίας.
Ενενήντα χρόνια για μια αποκατάσταση
Η υπόθεση δεν ξεχάστηκε. Συγγενείς του Φαρ και υποστηρικτές της αποκατάστασης των στρατιωτών που είχαν εκτελεστεί για στρατιωτικά αδικήματα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επέμειναν ότι η ιστορική κρίση όφειλε να λάβει υπόψη τις συνθήκες των χαρακωμάτων και την ανεπαρκή κατανόηση του ψυχικού τραύματος.
Το 2006, με νομοθετική ρύθμιση στο Ηνωμένο Βασίλειο, δόθηκε μεταθανάτια χάρη σε 306 Βρετανούς και στρατιώτες της αυτοκρατορίας που είχαν εκτελεστεί για συγκεκριμένα στρατιωτικά αδικήματα στη διάρκεια του πολέμου. Ανάμεσά τους ήταν και ο Χάρι Φαρ. Η χάρη δεν ισοδυναμούσε με δικαστική ακύρωση κάθε ιστορικής καταδίκης, αλλά αναγνώριζε ότι οι υποθέσεις αυτές έπρεπε να αντιμετωπιστούν με διαφορετικό ηθικό και ιστορικό μέτρο.
Σήμερα, η ιστορία του Φαρ δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Είναι μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα ένας στρατός μπορεί να συγχέει την ψυχική κατάρρευση με την απειθαρχία — και πόσο δύσκολο μπορεί να είναι για μια οικογένεια να ανατρέψει μια τέτοια ετυμηγορία.












































