Τα ορυχεία της Ραφήνας λειτουργούσαν από το 1916. Στα χρόνια που ακολούθησαν, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν λιγνιτωρύχοι από την Κύμη και τη Σέριφο, πολλοί μαζί με τις οικογένειές τους. Έφερναν εμπειρία από άλλους χώρους εξόρυξης, αλλά και από εργατικούς αγώνες που είχαν προηγηθεί. Σταδιακά, οι κατοικίες τους σχημάτισαν μια γειτονιά γύρω από τα ορυχεία. Εκεί ζούσαν και δούλευαν όταν έφτασε ο πόλεμος.
Όταν ήρθαν τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, ο λιγνίτης έγινε ακόμη πιο απαραίτητος. Οι κατακτητές χρειάζονταν την παραγωγή των ορυχείων, αλλά και τους ειδικευμένους εργάτες που γνώριζαν τις στοές. Οι ίδιοι άνθρωποι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του τοπικού ιστορικού ερευνητή Δημήτρη Μακρή στην ΕΡΤ, συμμετείχαν μαζικά στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, ενώ οργάνωναν συσσίτια και άλλες μορφές αλληλεγγύης για τους κατοίκους.
Η εξάρτηση των Γερμανών από τη δουλειά τους δεν σήμαινε ότι οι εργάτες ήταν ασφαλείς. Ο Μακρής περιγράφει μια απεργία πείνας μέσα στις στοές, στις οποίες οι στρατιώτες φοβούνταν να κατέβουν. Στην ίδια αφήγηση έχει διασωθεί κι ένα περιστατικό με έναν λιγνιτωρύχο που βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με γερμανικό μπλόκο.
Ο εργάτης μετέφερε με το ποδήλατό του γραπτά μηνύματα για τον ΕΛΑΣ. Όταν τον σταμάτησαν οι Γερμανοί, κατάλαβε τι μπορούσε να σημαίνει η ανακάλυψή τους. Πριν προλάβουν να τα βρουν, κατάπιε τα χαρτιά.
Οι στρατιώτες τον ξυλοκόπησαν, όμως εκείνος δεν αποκάλυψε τι μετέφερε. Τότε παρενέβη κάποιος και είπε ότι ο κρατούμενος ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός λιγνιτωρύχος, από τους ανθρώπους που έβγαζαν μεγάλες ποσότητες λιγνίτη. Αυτό ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία, το επιχείρημα που οδήγησε στην απελευθέρωσή του.
Πηγή: ΕΡΤ

















































