
Ποιος ήταν ο Αντώνης Ζούμπερης που ήρθε σε ένα έρημο δάσος πριν τον Α’ Παγκόσμιο, πότε ακολούθησε ο Καντάρας και πώς οι πρώτες οικογένειες έχτισαν ένα παραθαλάσσιο θέρετρο
Του Κώστα Ζοργιού
Αν ποτέ επιχειρήσετε να μάθετε λεπτομέρειες για μια μικρή γωνιά της ανατολικής Αττικής που ταλαιπωρήθηκε αρκετά για να οργανωθεί και να μετατραπεί σε έναν από τους ομορφότερους οικισμούς της, άκρη δεν θα βγάλετε.
«Το Ζούμπερι πήρε την ονομασία του από κάποιο μεγαλογαιοκτήμονα ο οποίος ονομαζόταν Ζούμπερης και του ανήκε η περιοχή την εποχή της Τουρκοκρατίας», αναφέρει η Βικιπέδια, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο Αντώνης Ζούμπερης δεν υπήρξε μεγαλογαιοκτήμονας και πολύ περισσότερο δεν του ανήκε τίποτα στην περιοχή.

Γεννημένος στον Μελισσώνα Εύβοιας, ζούσε για χρόνια λιτά και φτωχικά με τη σύζυγό του Κεράσω και τα πέντε τους παιδιά στα Βασιλικά, όταν προέκυψε η δυνατότητα να μετακομίσουν όλοι στην Αθήνα. Πρωτοήρθε στα μέρη μας το 1912, αποδεχόμενος την πρόταση της Μονής Πεντέλης να εργαστεί ως δασοφύλακας και παράλληλα να κάνει και διάφορες άλλες δουλειές στη Νέα Μάκρη για να μπορεί να μεγαλώνει τα παιδιά του που στην πορεία έγιναν έξι, μια και στην παρέα της Ευαγγελίας, της Μαρίας, της Κατερίνας, του Σπύρου και του Βασίλη, προστέθηκε και η Διαμάντω. Η μοναδική… καθαρόαιμη Ζουμπεριώτισσα της οικογένειας.

«Πάμε στου Ζούμπερη», σε ένα μικρό κουτούκιΔιορίστηκε από τη Μονή για να προσέχει την περιοχή που τότε ήταν γεμάτη πεύκα και του παραχωρήθηκε γη. Σε ένα μέρος που τότε δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από χωράφια, εκείνος είδε μια ευκαιρία.
Σε ένα από τα οικόπεδα, εκεί που σήμερα βρίσκεται η ψαροταβέρνα, έφτιαξε μια καλύβα με ένα μικρό κουτούκι για να έχουν ένα μέρος να ξαποσταίνουν και να τρώνε οι κυνηγοί, ενώ άνοιξε κι ένα πηγάδι με καθαρό, πόσιμο νερό και την επιγραφή «όποιος πίνει δεν πεθαίνει».

Τα χρόνια πέρασαν και όσοι επισκέπτονταν το κουτούκι το έκαναν με την προτροπή «πάμε στου Ζούμπερη», αναφερόμενοι στον φιλόξενο ιδιοκτήτη που έχασε τον γιο του Βασίλη στο μέτωπο της Αλβανίας (στο ηρώο στην πλατεία Νέας Μάκρης αναγράφεται το όνομά του) και λίγα χρόνια αργότερα έφυγε κι ο ίδιος από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του σύζυγο, πέντε παιδιά και μια περιοχή που πλέον είχε πάρει το όνομά του.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, το κουτούκι είχε ήδη γίνει ψαροταβέρνα και στο Ζούμπερι ζούσαν πια μόνιμα άλλες τέσσερις οικογένειες και συνολικά λιγότεροι από 30 άνθρωποι…
Μπαρμπά-Μήτσος Καντάρας, ο δεύτερος
Ο δεύτερος μόνιμος κάτοικος του Ζούμπερι, που έγινε και φίλος με τον Αντώνη και φυλούσαν… Θερμοπύλες, ήταν επίσης από την επαρχία και συγκεκριμένα από την Κύθνο.
Βρέθηκε στην Αθήνα και άρπαξε μια ευκαιρία, καθώς οι Παπαδάκηδες, μια μεγαλοοικογένεια της εποχής, είχαν αγοράσει πριν τον πόλεμο εκτάσεις στο Ζούμπερι και έψαχναν έναν φύλακα. Από μία τρελή ιστορία, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν λίγα χρόνια αργότερα η κόρη του Ζωή και ο σύζυγός της Σταμάτης Κανελλόπουλος.
Στα χρόνια του πολέμου, οι δυο τους, ζούσαν στην Κύθνο, ερωτευμένοι, παντρεμένοι και με μια όμορφη οικογένεια. Ένας Ιταλός λοχίας είχε βάλει στο μάτι την κυρά Ζωή και κάθε βράδυ της χτυπούσε το παράθυρο προσφέροντάς της φαγητό, για να την καλοπιάσει. Μία, δύο, τρεις φορές, θύμωσε ο Σταμάτης, τον έδειρε και βρέθηκε μπροστά στον Ιταλό διοικητή, τυχερός στην ατυχία του που δεν είχε απέναντί του Γερμανό, να τον καθαρίσει σε δευτερόλεπτα και χωρίς πολλές κουβέντες.
Και διπλά τυχερός, αφού του δόθηκε η δυνατότητα να γλυτώσει αρκεί να έπαιρνε τη σύζυγο και τα παιδιά τους και να έφευγαν από το νησί. Και κάπως έτσι βρέθηκε στο Ζούμπερι η τρίτη οικογένεια μόνιμων κατοίκων…
Οι δε επόμενες προέκυψαν από τους γάμους των κορών του Ζούμπερη που αποφάσισαν να μείνουν στην περιοχή, ενώνοντας τις ζωές τους η Διαμάντω με τον Δουμουλιάκα, η Μαρία με τον Λέου και η Κατερίνα με τον Μαγγίνα.

Για την ιστορία, ο μπαρμπά – Μήτσος ο Καντάρας, όπως τον ήξεραν οι περισσότεροι, έμεινε για όλη του τη ζωή εδώ και εργάστηκε ως φύλακας στα κτήματα της Φλωρίδας. Η δε γυναίκα του, Θεοδοσία ήταν η ξεματιάστρα της Νέας Μάκρης.

Οι κατασκηνώσεις, τα Μαρουσιώτικα και η ανάπτυξη
Έχουμε φτάσει πια στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 και οι κατασκηνώσεις έχουν ξεκινήσει να γεμίζουν τα καλοκαίρια, ενώ αρκετός είναι ο κόσμος που έρχεται να παραθερίσει στα Μαρουσιώτικα, όπως έλεγαν τότε, το κομμάτι του οικισμού Φλωρίδα, όπου κάτοικοι Αμαρουσίου έστηναν σκηνές και έκαναν κάμπινγκ.
Ο Σταμάτης και η Ζωή άνοιξαν αρχικά ένα μπακάλικο στη γωνία της Ποσειδώνος με την Αεροπορίας, το οποίο γρήγορα εξελίχθηκε στην «ταβέρνα της κυρά Ζωής», μια και η περιοχή είχε ανάγκη καταστήματα για να διασκεδάσουν και να φάνε οι στρατιωτικοί, οι οικογένειές τους και οι όλο και περισσότεροι παραθεριστές.
Αυτή η ανάγκη ήταν που οδήγησε στο να ανοίξουν το Δελφίνι του Δουμουλιάκα και η ταβέρνα του Λάμπρου και για χρόνια τα εστιατόρια (μαζί με την ταβέρνα του Ζούμπερη) να είναι συνολικά τέσσερα, ενώ το Ζούμπερι απέκτησε τσαγκάρη, τον μπαρμπά-Αριστείδη και αρκετά αργότερα, τον φούρνο του Βαζάκα.
Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, το Ζούμπερι παρέμενε έρημο και με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους του χειμώνα, αλλά σταδιακά αναπτυσσόταν με το αναψυκτήριο του Στέλιου να προστίθεται στις επιχειρήσεις ως μια εναλλακτική για τον καφέ πάνω στη θάλασσα και την Ωκεανίδα να ακολουθεί.

Σε αυτή την 25ετία, βέβαια, η φήμη του ως ένας παραθεριστικός παράδεισος εξαπλωνόταν ραγδαία. Οι Μαρουσιώτες αγόρασαν γη και έστησαν μικρές καλοκαιρινές κατοικίες, ενώ τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν αρκετοί στρατιωτικοί αλλά και επισκέπτες από την Αθήνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, ήταν πια ολοφάνερο ότι το Ζούμπερι θα γινόταν ο παράδεισος όσων επιζητούσαν μια ήσυχη ζωή τους χειμώνες και λίγα διαλείμματα «ποιοτικού» θορύβου τα καλοκαίρια.

Η συμβολή του Εξωραϊστικού συλλόγου και της εφημερίδας
Μεγάλη συμβολή στο να περάσει η περιοχή στην επόμενη σελίδα, έπαιξαν συνδυαστικά η παλιά «φουρνιά» και η επόμενη γενιά μόνιμων κατοίκων. Η πρωτοβουλία τους να οργανωθούν «γέννησε» τον Εξωραϊστικό Σύλλογο και «Τα Νέα του Ζούμπερι», μια τοπική εφημερίδα που μετέτρεψαν ως τη φωνή των διεκδικήσεών τους.

Το Ζούμπερι άλλαξε μορφή αποκτώντας δρόμους, πρόσβαση σε νερό και βασικές υποδομές, για να φτάσει σήμερα να αποτελεί ένα από τα ομορφότερα κομμάτια του δήμου Μαραθώνος. Με φανατικούς μόνιμους κατοίκους και ακόμα πιο φανατικούς επισκέπτες, από το στόμα των οποίων συχνά αντηχεί μια γνώριμη προτροπή, έστω και με μικρή παραλλαγή.
«Πάμε στο Ζούμπερι»!















































