Η ιστορία του μαγαζιού που συστήθηκε το 2010 ως Beer Academy και εδραιώθηκε με νέα ταυτότητα αλλάζοντας την παραλία της Νέας Μάκρης

Του Κώστα Ζοργιού

«Το όνειρο των εφήβων που μεγάλωναν στο Περιστέρι τη δεκαετία του ’60 ήταν ή να γίνουν μπάρμαν ή να φτιάξουν ένα μπαρ». Ο Γιώργος μπάρμαν δεν έγινε ποτέ. Αλλά τα όνειρα είναι για να τα κυνηγάς ακόμη κι όταν τριγυρίζουν μόνο στο υποσυνείδητό και η στρωμένη ζωή δεν επιτρέπει ιδιαίτερα ρίσκα.

Ένα περίεργο πράγμα, αλλά ίσως τελικά οι πλανήτες όντως κάποιες φορές ευθυγραμμίζονται για να φτιάξουν ιστορίες που όταν τις διηγείσαι, ακούγονται περίεργες. Όπως για παράδειγμα ότι τελικά άνοιξε μπαρ το 2010, λίγα μέτρα πιο μακριά από το μαγαζί που σύχναζε το ‘90, στην παραλία της Νέας Μάκρης. Στο ίδιο μέρος παραθέριζε μια άγνωστη τότε κοπέλα, η οποία χρόνια μετά θα γινόταν η γυναίκα της ζωής του. Αν μπερδευτήκατε, η ιστορία έχει κάπως έτσι…

Η γεννημένη και μεγαλωμένη στο Πεδίον του Άρεως Ελισσάβετ ερχόταν από παιδάκι στο σπίτι της οικογένειας στη Νέα Μάκρη για τα «μπάνια του λαού». Ως εργαζόμενη στο τμήμα μάρκετινγκ της Unilever γνώρισε τον Γιώργο, εξωτερικό συνεργάτη της ίδιας πολυεθνικής, με δική του επιχείρηση. Μετά από χρόνια γνωριμίας, γάμου και τελικά ενός παιδιού, αποφάσισαν κάτι που σήμερα αποτελεί… μόδα, τότε όμως ήταν πιο σπάνιο. Να φύγουν από την Αθήνα και να έρθουν στη Νέα Μάκρη για να παρέχουν στον Λουκά, μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Η ιδιότυπη συμφωνία και η… «πολυπολιτισμική» μπυραρία

Ο Γιώργος γνώριζε τη δυναμική της παραλίας από τότε που ερχόταν ως πελάτης στο Win’s, μια εποχή που η «δεξιά» πλευρά της ήταν το ίδιο δημοφιλής ‒αν όχι περισσότερο‒ από την «αριστερή». Με σύμμαχο τη σύζυγό του, αποφάσισε να βάλει μπρος το σχέδιο και το 2008 έβγαλε άδεια για το οικόπεδο που κάποτε στεγαζόταν το Montezuma.

Δύο χρόνια και… μια πολύ μεγάλη επένδυση αργότερα, στις 19 Μαρτίου του 2010, άνοιξε την πόρτα του για πρώτη φορά το Beer Academy με μια ιδιότυπη συμφωνία των δύο με τον ιδιοκτήτη της γνωστής αλυσίδας, Γιάννη Αδάμη. Μπορούσαν να κάνουν χρήση του ονόματος, αλλά το νέο μπαρ θα είχε τη δική τους σφραγίδα στη διακόσμηση και κυρίως, καφέ, κρασί και άλλα ποτά πλην της μπύρας.

Σε έναν χώρο με πολύ ξύλο και μέταλλο, που πάντρευε αρμονικά στοιχεία από γερμανικές, αυστριακές, αμερικανικές και βρετανικές μπυραρίες, ο Γιώργος χωρούσε μέσω του αρχιτέκτονα, Αλέξανδρου Αθανασιάδη ό,τι περίεργο είχε δει στα διάφορα ταξίδια του, μέχρι να φτάσει στο αποτέλεσμα που τον έκανε να νιώθει οικεία. Και τότε, ήταν κι οι δύο έτοιμοι.

Beer Academy χωρίς εμπειρία και μέσα στην κρίση

Τις πρώτες πέντε ημέρες, ο κόσμος έτρωγε και έπινε δωρεάν, σε μια πρωτότυπη πλην όμως πετυχημένη διαφημιστική καμπάνια και στις 24 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, το μαγαζί έκοψε την πρώτη του απόδειξη, με στόχο να παρέχει ποιοτικές πρώτες ύλες σε προσιτές τιμές, με όλα τα πιάτα ‒όπως το κότσι, η ποικιλία αλλαντικών και τα λουκάνικα‒ που είχε καθιερώσει στις συνειδήσεις όλων το Beer Academy. Λεπτομέρειες, αλλά από τη μία η αγορά είχε ήδη αρχίσει να κατρακυλά χωρίς φρένα λόγω κρίσης, από την άλλη κανείς τους δεν είχε εμπειρία από εστίαση.

Το μαγαζί ξεκινά εντυπωσιακά την πορεία του στον χρόνο, με τον κόσμο να σχηματίζει δύο σειρές στην μπάρα, να γεμίζει τον εξωτερικό χώρο και τα πιάτα με τις μπύρες να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα σε σχεδόν καθημερινή βάση. Μέσα σε μια τριετία, το προσωπικό φτάνει τα 28 άτομα, οι χειμώνες πηγαίνουν με τη φόρα του καλοκαιριού και οι δύο ιδιοκτήτες δυσκολεύονται ακόμα και να διαχειριστούν την επιτυχία.

Η εποχή του Lucas

Το 2014 κι αφού πρώτα ο Γιώργος αφήνει την κύρια δουλειά του για να αφοσιωθεί στο μαγαζί, παίρνουν μια γενναία απόφαση. Αντιλαμβανόμενοι ότι αρκετοί πελάτες το προκαταβάλλουν ως ακριβό πριν καν μπουν μέσα, μετονομάζουν το Beer Academy σε Lucas προς τιμήν του… γιου, κρατούν μια βάση από το μενού και προσθέτουν ακριβές ετικέτες ουίσκι, μπέργκερ, χειροποίητα μπιφτέκια (τα γνωστά… υπερμεγέθη Big Lucas), αλλά και premium κρέατα. Η τελευταία κίνηση εμπεριέχει ρίσκο, αλλά η ιστορία δείχνει ότι υπάρχει κοινό και για αυτήν την κατηγορία.

Έχοντας, δε, μάθει πια να διαχειρίζονται την κατάσταση, με έναν μαγικό τρόπο χαλαρώνουν παρά την πίεση της δουλειάς κι αφήνουν την κουζίνα και το μπαρ. Βγαίνουν έξω, δίπλα στα τραπέζια και τον κόσμο, μαθαίνουν κι αυτή η αλλαγή τούς βοηθά να βγουν αλώβητοι από

την κρίση, τον κορονοϊό και την ακρίβεια. Έστω κι αν πρέπει να απορροφήσουν κραδασμούς κι αυξήσεις…

Τα λουλούδια, το εκπληκτικό γκράφιτι και τα «Σκαλάκια»

Στα 16 χρόνια, από εκείνον τον Μάρτιο του 2010 μέχρι σήμερα, το Lucas έχει φέρει πολλές καινοτομίες στην παραλία της Νέας Μάκρης. Παρέχοντας πλήρη προσβασιμότητα σε άτομα με αναπηρία, έγινε αιτία να βραβευθεί ο δήμος.

Βελτίωσε την αισθητική στην παραλία με τα ιδιαίτερα λουλούδια του και πρόσθεσε χρώμα και ταυτότητα πάνω στο γκρίζο ενός απλού τοίχου με το τρομερό γκράφιτι που φτιάχτηκε το 2017 απεικονίζοντας ένα καπηλειό του Μεσαίωνα.

Επιχείρησε να αλλάξει εντελώς τη λογική της διασκέδασης στην παραλία με τα «Σκαλάκια», το beach bar-αδελφάκι που φτιάχτηκε ακριβώς από κάτω, δίπλα στη θάλασσα, αλλά κράτησε μόλις δύο χρόνια λόγω… εξωτερικών παραγόντων.

Δεκαέξι χρόνια μετά

Όπως και ο κόσμος που ζει ή έρχεται ως επισκέπτης στην περιοχή, το ίδιο το Lucas εξελίχθηκε και άλλαξε. Άφησε πίσω του την ταυτότητα της μπυραρίας και σήμερα λειτουργεί ως all day bar με τον Λουκά να έχει μπει δυναμικά στην καθημερινότητά του και να προσθέτει δικές του πινελιές.

Προσφέρει πρωινό, brunch και καφέ και με την ίδια ευκολία το βράδυ μεταλλάσσεται σε μπαρ για όσους επιθυμούν να πιουν ένα χαλαρό cocktail, να δοκιμάσουν ξένες μπύρες ή να απολαύσουν κρασί και ουίσκι από ετικέτες που δεν βρίσκεις συχνά στην Αθήνα. Ακούγοντας rock, disco ή και country ήχους να παίζουν στο background!

Η λογική, βέβαια, παραμένει ίδια. Η θέα και το ζεστό περιβάλλον να συνοδεύονται από χειροποίητα φαγητά και γλυκά, προσιτά για όλες τις τσέπες και όλες τις ηλικίες.

Ο Γιώργος μπάρμαν μπορεί τελικά να μην έγινε. Αλλά δεν έμεινε και με το απωθημένο.

Προηγούμενο άρθροΜε Woodpeckers Band το Σάββατο 18 Ιουλίου το καλοκαιρινό πάρτι του Εξωραϊστικού Ραφήνας
Επόμενο άρθροΟ πρόεδρος της ΑΕΚ που σώθηκε από ένα δελτίο του Λαϊκού Λαχείου