Όταν ένα μεσημέρι Τρίτης ακούστηκε στο «Μονακό» η φράση «ρε μαλ@κες, πιάσαμε το λαχείο»
Ήταν οι ημέρες που δεν μπορούσες να αναπνεύσεις από τη ζέστη. Τέλος Ιουλίου του 1987, με τον φονικότερο καύσωνα στην ιστορία της χώρας, με 1.300 νεκρούς και εικόνες που παραμένουν μέχρι και σήμερα αξέχαστες για όσους τις έζησαν.
Βράδυ Κυριακής, μια παρέα από τη Νέα Μάκρη αποφασίζει να βγει βραδινή βόλτα για να πάρει μια ανάσα δίπλα στη θάλασσα. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν έχει διάθεση μια και είναι ήδη αργά και μόλις έχει επιστρέψει από άλλη έξοδο… υποχρέωση στην Αθήνα.
«Έλα, πάμε, θα είναι όλοι εκεί. Ένα κρασάκι θα πιούμε και γυρίζουμε», του λέει η σύζυγος και ως διά μαγείας τον πείθει.
Η μία από τις στιγμές που ακολουθούν και 40 χρόνια μετά τις αναλογίζεσαι λέγοντας «αν δεν… όλα θα ήταν διαφορετικά». Φτάνουν στην ψαροταβέρνα «Δίχτυ» και βρίσκουν τους άλλους να έχουν ήδη πιει τα πρώτα τσίπουρα συνοδεία ψαρομεζέδων. Κουβεντιάζουν, μιλούν για τη ζέστη, για πολιτικά, για τις βολές του Καμπούρη στο Ευρωμπάσκετ πριν από 40 μέρες και η ώρα περνά. Περασμένες δώδεκα. Ζητούν λογαριασμό, πληρώνουν και σηκώνονται να φύγουν. Κι έρχεται η δεύτερη στιγμή, το δεύτερο «αν δεν…».
Ο ψήστης, γνωστός της παρέας, έχει μόλις τελειώσει και βγαίνει από την ψησταριά με μια άρνηση να ακούσει… άρνηση. «Τώρα που άδειασε το μαγαζί κι ηρέμησα, φέρνω ένα κρασί να πιούμε, που έχω καιρό να σας δω. Έλα που θα πάτε για ύπνο, καλοκαίρι είναι». Ξανακάθονται… κι εκεί, ανάμεσα στον δεύτερο γύρο κουβέντας, εμφανίζεται ένα 10χρονο αγοράκι με Λαϊκά λαχεία στα χέρια. «Πάρτε τα κύριε, είναι τα τελευταία, να πάω για ύπνο».
«Έλα, πέντε δεκάδες είναι, φέρ’ τες να τελειώνουμε, αν και ξέρω ότι θα πας να πάρεις κι άλλα από τον πατέρα σου και θα συνεχίσεις». Παρότι πονηρεμένος, τα παίρνει ελπίζοντας να κάνει λάθος κι ο μικρός όντως να πάει για ύπνο. Και τα μοιράζει στην παρέα.
Δευτέρα γίνεται η κλήρωση και Τρίτη πρωί ξεκινά για δουλειά. Κάπου στο Πικέρμι, το ράδιο παίζει το «Money, money, money» των Abba κι ο παραγωγός αρπάζει την ευκαιρία και στα γρήγορα λέει «Μια και μιλάμε για λεφτά, να πούμε ότι ο πρώτος λαχνός στο Λαϊκό λαχείο είναι ο 22452» με μια… ακουστική ασάφεια στον μεσαίο αριθμό αν είναι τετρακόσια ή τριακόσια.
Τα λαχεία στο ταμπλό του αυτοκινήτου και η έκπληξη με την πρώτη ματιά. Οδηγώντας για Αθήνα, η αμφιβολία ακολουθεί την έκπληξη. «Τι είπε τώρα αυτός, τετρακόσια ή τριακόσια;». Και το αστείο στην υπόθεση είναι ότι η σύζυγος στο διπλανό κάθισμα, που δεν είχε μπει στο νόημα, απάντησε «Στο 2 έληξε, πιάσαμε τον λήγοντα…».
Κινητά δεν υπήρχαν ακόμα και πρέπει να περιμένει μέχρι να φτάσει στο γραφείο.
Φτάνοντας καλεί τον 111 του ΟΤΕ που έλεγε τα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ και τις κληρώσεις, αλλά βουίζει συνέχεια κι έτσι η αμφιβολία αρχίζει να γίνεται αγωνία. Μετά από κανά δίωρο βγαίνει με το αυτοκίνητο για δουλειά στο κέντρο και στο φανάρι έξω από το Χρηματιστήριο στη Σοφοκλέους στέκεται ταλαιπωρημένος από τη ζέστη ένας λαχειοπώλης με κολλημένη την κλήρωση του Λαϊκού πάνω στο ξύλο με τα λαχεία. Από το ανοιχτό παράθυρο προσπαθεί να δει αν το μεσαίο ψηφίο είναι 3 ή 4. «Φίλε μου, ποιος αριθμός κερδίζει;».
«Ο 22452» απαντά ο λαχειοπώλης και δευτερόλεπτα αργότερα, βλέποντάς τον στα μάτια, του λέει «Εσύ το έχεις, έτσι;». Τον έχουν προδώσει ένα κάρο συναισθήματα, έχει μείνει παγωμένος μπροστά σε ένα τιμόνι στο κέντρο μιας Αθήνας που βράζει.
Τελειώνει στα γρήγορα τη δουλειά του και πατάει γκάζι για τη Νέα Μάκρη. Δεν έχει πει κουβέντα σε κανέναν, άλλωστε είπαμε, δεν υπήρχαν κινητά. Βρίσκει τους άλλους δύο της παρέας από το «Δίχτυ» στο «Μονακό» να πίνουν καφέ. «Μαλάκες, πιάσαμε το λαχείο».
Πώς να αποδεχθείς τέτοια πληροφορία χωρίς άρνηση; Χασκογελούν και δεν τον πιστεύουν. Η επιμονή του τούς μεταπείθει. «Ρε μαλάκες, πιάσαμε σάς λέω το λαχείο». Ο ένας από τους δύο φίλους φεύγει τρέχοντας για το σπίτι χωρίς καν να εξηγήσει γιατί. Θυμάται ότι το πρωί είδε το παντελόνι που φορούσε την Κυριακή απλωμένο στην αυλή. Μήπως τα λαχεία είχαν ξεχαστεί στην τσέπη και είχαν πλυθεί; Η πεθερά αυτήν τη φορά έχει κάνει το θαύμα της, τα έχει βρει και τα βγάλει από την μπουγάδα…
Το επόμενο Σάββατο, το «Δίχτυ» είναι κλεισμένο. Πριβέ πάρτι με ορχήστρα, ψάρια, θαλασσινά, σαμπάνιες, κρασιά, τσίπουρα, κόσμο να χορεύει και τρεις δικούς μας ανθρώπους, γνωστούς στην περιοχή, να είναι πλουσιότεροι κατά 120 εκατομμύρια δραχμές, από 40 έκαστος. Μείον τους φόρους και το γερό χαρτζιλίκι που πήρε εκείνο το αγοράκι που επέμενε. «Πάρτε κύριε λαχεία, είναι τα τελευταία»…
















































