Οι δύο μεγάλες αγάπες του και η πορεία του αυτοδημιούργητου καλλιτέχνη που θέλει να αλλάξει τη Νέα Μάκρη

Του Κώστα Ζοργιού

«Σόλωνα προχώρα, έχεις ταλέντο». Αυτές τις τέσσερις λέξεις τις άκουσε αρκετές φορές ως παιδί και έφηβος με δύο αφορμές. Στη μεν πρώτη, κάτι διέκρινε και ο ίδιος αλλά, όπως παραδέχεται, «πήραν τα μυαλά μου αέρα και δεν δούλεψα ποτέ όσο έπρεπε». Στη δε δεύτερη, αυτό το ταλέντο δεν το αναγνώρισε και δεν το πίστωσε ποτέ στον εαυτό του, ακόμα και σήμερα, που έχει γίνει αιτία να τον γνωρίζει πολύς κόσμος, πολύ μακριά από τη Νέα Μάκρη. Μέχρι και στο Λινκόπινγκ της Σουηδίας, ας πούμε…

Γεννημένος το 1983 στην Ανατολή ως ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, ο Σόλωνας Βιβικίδης μεγάλωσε, πήγε σχολείο, έπαιξε, έλιωσε στο ποδήλατο, ερωτεύτηκε και έκανε τους πρώτους, αλλά και τους επόμενους φίλους του στη Νέα Μάκρη. Πάντα ήσυχος, ντροπαλός και χωρίς πολλή κοινωνικότητα, ασχολήθηκε από μικρός με τον αθλητισμό. Πρώτα με την ενόργανη, αργότερα με το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο κι έφτασε κάποια στιγμή να τα κάνει και τα τρία.

Οι ζωγραφιές και το ποδόσφαιρο

Το δεύτερο «έχεις ταλέντο» το άκουσε για το ποδόσφαιρο σε ηλικία περίπου 10 ετών όταν έπαιζε στον Εθνικό. Του έδωσε πραγματική αξία. Το πρώτο «έχεις ταλέντο», το είχε ακούσει πολύ νωρίτερα, όσο ακόμα βρισκόταν στο νηπιαγωγείο και οι ζωγραφιές του ήταν πολύ διαφορετικές από ό,τι των υπόλοιπων παιδιών. Ο ενθουσιασμός των δασκάλων συνεχίστηκε και στις επόμενες τάξεις, αλλά για τη ζωγραφική δεν είχε ποτέ τόσο ανοικτά τα αυτιά του όσο για το ποδόσφαιρο.

Μέσα από την μπάλα, όλα πήραν τον δρόμο τους. Λύθηκε κάπως το βασικό θέμα της κοινωνικότητας, καθώς άρχισε να κάνει φίλους έστω κι αν, όπως λέει, «ήμουν τόσο ήσυχος που έχει συμβεί περιστατικό να πλακώνονται όλοι με όλους στο γήπεδο κι εγώ να περνάω ανάμεσά τους απαρατήρητος, να πηγαίνω για μπάνιο στα αποδυτήρια και να τους περιμένω ντυμένος».

Ο κύκλος στο ποδόσφαιρο ολοκληρώθηκε στα 34 κι αφού αγωνίστηκε σε Εθνικό Νέας Μάκρης, Θύελλα Ραφήνας, Μαρκό, Γέρακα, Θησέα Άγιας Μαρίνας και πάλι Εθνικό, όπου και σταμάτησε. Έπαιξε μέχρι και την Α ΕΠΣΑ σαν δεξί μπακ και στα τελειώματα σαν στόπερ.

Η καλύτερη κακή απόφαση

Όλα αυτά τα χρόνια, η ζωγραφική παρέμενε ένα απλό χόμπι που εξασκούσε αρχικά στα θρανία του σχολείου και μετέπειτα σε χαρτοπετσέτες και κόλλες Α4, όταν επέστρεφε από τις πολλές δουλειές που έχει κάνει. Οικοδομή, ταχυδρόμος, οδηγός, διανομέας, σερβιτόρος, υπάλληλος αποθήκης, υπάλληλος σε φαρμακευτική, διανομέας πάγου. Πάντα με γνώμονα να μπορεί να συντηρείται για να παίζει ποδόσφαιρο.

Όλα άλλαξαν στα 30. Κι αιτία για να γίνει γνωστός, να κλείνει τη μία δουλειά μετά την άλλη και να ζει πια από τα σχέδιά του ήταν μια πολύ κακή απόφαση…

«Εργαζόμουν σε μια φαρμακευτική και ήθελα απεγνωσμένα να φύγω. Η τότε σύντροφός μου μού πρότεινε να αγοράσουμε ένα μικρό καφέ στο Περιστέρι. Επένδυσα όλες μου τις οικονομίες, το πήραμε και άνοιξα το μαγαζί χωρίς καν να πίνω καφέ και να έχω κάποια σχέση με το αντικείμενο. Αρρώστησα από το άγχος γιατί δεν πηγαίναμε καθόλου καλά. Στους τέσσερις μήνες πουλήσαμε το μαγαζί και βρέθηκα στο πατρικό μου με ελάχιστα χρήματα και χωρίς δουλειά, μόνο με την στήριξη των γονιών μου. Κάτι έπρεπε να κάνω…».

«Γιατί όχι;»

Ο Σόλωνας ήδη ζωγράφιζε δωμάτια φίλων του για χαρτζιλίκι κι ήταν η τρίτη φορά που άκουγε το «έχεις ταλέντο, ασχολήσου». Μετά από μια τυχαία γνωριμία μέσω Facebook με έναν εξαιρετικό ζωγράφο από το Μεσολόγγι που του έδωσε πληροφορίες και βοήθεια, πήρε την απόφαση να βγει στον δρόμο και να προτείνει σε μαγαζιά της Νέας Μάκρης να βάψει τις βιτρίνες τους ενόψει των Χριστουγέννων του 2014. Άκουγε το ένα όχι πίσω από το άλλο. Μέχρι που άκουσε το πρώτο «οκ, γιατί όχι…».

«Ήταν από το ψητοπωλείο “Ζώης”. Ζωγράφισα έναν Άγιο Βασίλη να κρατά ένα σουβλάκι και αμέσως μετά με πήραν από το “Τέλειον”. Κι ως διά μαγείας, άρχισε να χτυπά σαν τρελό το τηλέφωνο ακόμα και από ανθρώπους που λίγες μέρες πριν μου είχαν κλείσει την πόρτα. Δικαιολογημένα, βέβαια, γιατί δε γνώριζαν τι ακριβώς έκανα… Τα πρώτα Χριστούγεννα ζωγράφισα 30 μαγαζιά».

Στο μεσοδιάστημα έπιασε μόνιμη δουλειά, αλλά κάθε Χριστούγεννα έπαιρνε άδεια, έπιανε πινέλο και έκανε βιτρίνες και παράλληλα άρχισε να ζωγραφίζει περισσότερα δωμάτια. Όσα χρήματα έβγαζε, τα επένδυε για καλύτερο εξοπλισμό. Το 2018 είχε φτάσει να έχει τόση δουλειά, ώστε να παρατήσει τα πάντα και να ασχοληθεί μόνο με αυτό, με την στήριξη και την ενθάρρυνση των φίλων του, γιατί ακόμη και τότε δεν πίστευε στον εαυτό του…

Έστησε ένα ατελιέ σπίτι του, επένδυσε σε σεμινάρια αερογραφίας από τους καλύτερους στην τέχνη αυτή κι επεκτάθηκε σε βιτρίνες μαγαζιών σε όλη την Αττική. Άρχισε να κάνει πολλές τοιχογραφίες και ζωγράφιζε παντού.

Πάνω σε καπέλα, σε ρούχα, παπούτσια, αυτοκίνητα. Έφτιαξε τον Μικρό Πρίγκιπα που κοιτάζει ένα αερόστατο στο σχολείο της Ανατολής, τον Μαραντόνα και τον Μπολτ στο γήπεδο του Εθνικού όταν πέθανε ο πρώτος κι εκτίναξε τη δουλειά κάνοντας τρισδιάστατα σχέδια με την τεχνική του αερογράφου και πινέλου.

Το 2023 αποδέχθηκε μια πρόσκληση για ένα φεστιβάλ στην Κρήτη. Μαζί με έναν φίλο και συνάδελφο από Θεσσαλονίκη πήγαν, έκαναν ένα εντυπωσιακό σχέδιο, κλήθηκαν και το 2024 κι εκεί γνώρισε τον άνθρωπο που τον κάλεσε στη Σουηδία για να φτιάξει την τοιχογραφία ενός μαγαζιού. Στο Λινκόπινγκ, αν θυμάστε την αναφορά…

«Σπίτι έχω μόνο τρεις δικούς μου πίνακες»

Όλα αυτά άνοιξαν διάφορους δρόμους στον Σόλωνα, έναν αυτοδίδακτο καλλιτέχνη που δεν γνωρίζει πολλά από χρωματολογία κι άλλα βασικά μυστικά της τέχνης του και που δεν λέρωσε ποτέ τοίχους στην πόλη, προπονούμενος στο γκράφιτι. Έναν άνθρωπο που παραμένει πολύ αυστηρός με τον εαυτό του, σε βαθμό να λέει σε αυτή τη συνέντευξη «δεν μου αρέσουν σχεδόν ποτέ τα έργα μου. Κι ας αρέσουν σε όλους τους άλλους… Πάντα βρίσκω ατέλειες. Έχω μόνο τρεις δικούς μου πίνακες στο σπίτι μου».

Βασική πηγή των εσόδων παραμένουν οι βιτρίνες και οι τοιχογραφίες σε παιδικά δωμάτια και μαγαζιά. Αλλά πλέον ονειρεύεται να βάψει κάθε λευκό καμβά «και πάνω από όλους τον τοίχο απέναντι από το γήπεδο του Εθνικού στον Ερυθρό».

Θέλει να ταξιδέψει, να γνωρίσει άλλους καλλιτέχνες, να πάει σε χώρες της Αφρικής και να αποτυπώσει παιδικά χαμόγελα μαύρων παιδιών σε γκρίζα κτίρια.
Μακροπρόθεσμα, να κάνει μια προσωπική έκθεση και να του δοθεί η στήριξη από τον Δήμο, που όπως λέει δεν έχει μέχρι σήμερα.

«Θέλω να δώσω χρώμα στην πόλη μου. Να ομορφύνω τη Νέα Μάκρη».

Προηγούμενο άρθροΖούσαν εκεί 5.000 χιλιάδες άνθρωποι – Δεν μένει πλέον κανείς
Επόμενο άρθροΘάνατος Γιώργου Μαζωνάκη: Κακούργημα για τους δύο γιατρούς – Η οικογένεια ζητά βαρύτερη κατηγορία