
Είναι βράδυ και αισθάνεσαι ότι δεν έχεις κουράγιο ούτε να μαγειρέψεις. Κι όμως, όλη μέρα ήσουν σε καρέκλα, έγραφες, διάβαζες μηνύματα, συμμετείχες σε συναντήσεις και κοιτούσες οθόνες. Η κούραση δεν μετριέται μόνο σε βήματα ή κιλά που σηκώσαμε. Η συνεχής συγκέντρωση και η πνευματική πίεση μπορούν να μας αφήσουν εξαντλημένους, ακόμη κι όταν δεν έχουμε καταπονήσει έντονα το σώμα.
Η κατάσταση αυτή συχνά περιγράφεται ως νοητική κόπωση. Πρόκειται για πραγματική επιβάρυνση της προσοχής και της ικανότητας επεξεργασίας πληροφοριών, όχι απλώς για την αίσθηση ότι «βαρεθήκαμε τη δουλειά».
Τι κουράζει όταν το σώμα μένει ακίνητο
Ο εγκέφαλος χρειάζεται να διατηρεί την προσοχή του, να εναλλάσσει καθήκοντα, να επιλέγει ανάμεσα σε πληροφορίες και να λαμβάνει αποφάσεις. Μια εργάσιμη ημέρα μπορεί να περιλαμβάνει δεκάδες μικρές μετατοπίσεις: διαβάζεις ένα έγγραφο, απαντάς σε μήνυμα, επιστρέφεις στο έγγραφο, δέχεσαι τηλεφώνημα και προσπαθείς να θυμηθείς πού είχες μείνει.
Οι συνεχείς αυτές απαιτήσεις δεν σημαίνουν ότι «εξαντλείται» κάποιο συγκεκριμένο απόθεμα ενέργειας στον εγκέφαλο με απλό τρόπο. Η επιστήμη εξετάζει πολλαπλούς μηχανισμούς, μεταξύ άλλων την προσπάθεια διατήρησης της προσοχής, την αύξηση του αντιλαμβανόμενου κόστους της εργασίας και τον ρόλο του στρες.
Σύμφωνα με το αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας (NIOSH), η εργασιακή κόπωση μπορεί να προκύπτει από σωματικά ή νοητικά απαιτητικές εργασίες, πίεση και ανεπαρκή ύπνο. Μπορεί επίσης να μειώσει τη συγκέντρωση, να επιβραδύνει τις αντιδράσεις και να επηρεάσει την κρίση.
Το παράδοξο με τα διαλείμματα
Ένα σύντομο διάλειμμα βοηθά αρκετούς εργαζομένους να αλλάξουν στάση, να ξεκουράσουν τα μάτια και να απομακρυνθούν από μια απαιτητική δραστηριότητα. Δεν αποτελεί όμως μαγικό «μηδενισμό» της κόπωσης.
Σε μια μικρή επιστημονική μελέτη με 18 υγιείς νεαρούς άνδρες, επτά ώρες εργασίας σε προσομοιωμένο περιβάλλον γραφείου οδήγησαν σε αυξημένη νοητική κόπωση και μειωμένη αποτελεσματικότητα σε δοκιμασίες. Ακόμη και τα δεκάλεπτα διαλείμματα ελαφριάς άσκησης ανά πενήντα λεπτά δεν απέτρεψαν πλήρως την επιβάρυνση. Πρόκειται για μικρή μελέτη, επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει οδηγό για κάθε εργαζόμενο, αλλά υπογραμμίζει ότι η συνεχής νοητική εργασία έχει κόστος.
Ο ύπνος και η μόνιμη αίσθηση βιασύνης
Η έλλειψη ύπνου μπορεί να κάνει την επόμενη μέρα πολύ δυσκολότερη. Ακόμη και μια συνηθισμένη εργασία απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια όταν η συγκέντρωση μειώνεται, ενώ συχνά γίνονται περισσότερα λάθη και χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να διορθωθούν.
Στη νοητική κόπωση συμβάλλουν επίσης τα παρατεταμένα ωράρια, οι συνεχείς ειδοποιήσεις και η αίσθηση ότι πρέπει να είμαστε διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή. Όταν το διάλειμμα από την επαγγελματική οθόνη μετατρέπεται σε ατελείωτο πέρασμα από τη μία εφαρμογή στην άλλη, μπορεί να μην προσφέρει τη διαφορετική δραστηριότητα που πραγματικά χρειαζόμαστε.
Τι μπορούμε να αλλάξουμε στην καθημερινότητα
Μερικές πρακτικές κινήσεις είναι να συγκεντρώνουμε τις παρόμοιες εργασίες, να περιορίζουμε τις ειδοποιήσεις όταν χρειάζεται συγκέντρωση και να παρεμβάλλουμε σύντομα διαλείμματα κίνησης. Η εναλλαγή ανάμεσα σε απαιτητικά και λιγότερο απαιτητικά καθήκοντα μπορεί να κάνει την ημέρα πιο διαχειρίσιμη, χωρίς να υπάρχει ένας κανόνας που να ταιριάζει σε όλους.
Εξίσου σημαντικό είναι να προστατεύουμε τη διάρκεια και τη σταθερότητα του ύπνου. Το να δουλεύει κάποιος όλο και περισσότερες ώρες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποδίδει καλύτερα, ειδικά όταν κουβαλά συσσωρευμένη κούραση.
Αν η εξάντληση επιμένει, εμφανίζεται χωρίς προφανή λόγο ή συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα, δεν πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως στη δουλειά. Αξίζει να συζητηθεί με γιατρό, καθώς διαταραχές ύπνου, αναιμία, προβλήματα θυρεοειδούς, ψυχική επιβάρυνση και άλλες καταστάσεις μπορεί να συνδέονται με επίμονη κόπωση.
Το ουσιαστικό είναι ότι η ξεκούραση δεν είναι πολυτέλεια μόνο για όσους κάνουν χειρωνακτική εργασία. Τη χρειάζεται και ο άνθρωπος που πέρασε οκτώ ώρες καθισμένος, προσπαθώντας διαρκώς να συγκεντρωθεί.

















































