Νέφος ατμοσφαιρικής ρύπανσης πάνω από την Αθήνα, φωτογραφημένο από την Ακρόπολη

Όταν σκεφτόμαστε τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, συνήθως αναφερόμαστε στους πνεύμονες, στο άσθμα ή στα καρδιαγγειακά νοσήματα. Μια νέα συγκέντρωση επιστημονικών δεδομένων στρέφει την προσοχή και σε ένα άλλο όργανο: τα μάτια μας. Μελέτες παρατήρησης συνδέουν την παρατεταμένη έκθεση σε λεπτά αιωρούμενα σωματίδια με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης οφθαλμικών παθήσεων, ανάμεσά τους ο καταρράκτης και το γλαύκωμα.

Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι το νέφος προκαλεί αναπόφευκτα αυτές τις παθήσεις, ούτε επιτρέπουν να υπολογιστεί ο ατομικός κίνδυνος ενός κατοίκου της Αθήνας. Αναδεικνύουν όμως ένα ζήτημα που μέχρι πρόσφατα εξεταζόταν πολύ λιγότερο από τις επιπτώσεις της ρύπανσης στο αναπνευστικό σύστημα.

Τι είναι τα PM2,5 και γιατί ενδιαφέρουν τους οφθαλμιάτρους

Τα σωματίδια PM2,5 έχουν αεροδυναμική διάμετρο έως 2,5 μικρόμετρα — είναι δηλαδή πολύ μικρότερα από την ανθρώπινη τρίχα. Προέρχονται, μεταξύ άλλων, από καύσεις, μεταφορές και βιομηχανικές δραστηριότητες, ενώ μπορούν να σχηματιστούν και μέσα στην ατμόσφαιρα. Η μικρή τους διάσταση επιτρέπει να εισέρχονται βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα, προκαλώντας τοπικές και συστηματικές βιολογικές αντιδράσεις.

Οι επιστήμονες διερευνούν εάν η χρόνια έκθεση μπορεί να επηρεάζει και τους οφθαλμικούς ιστούς μέσα από φλεγμονή και οξειδωτικό στρες. Το μάτι εκτίθεται απευθείας στο περιβάλλον στην επιφάνειά του, αλλά οι μηχανισμοί που ενδέχεται να συνδέουν την ατμοσφαιρική ρύπανση με τον φακό ή το οπτικό νεύρο είναι πιο σύνθετοι.

Τι δείχνει η νέα συστηματική ανασκόπηση για τον καταρράκτη

Στις 1 Οκτωβρίου 2026 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Frontiers in Medicine συστηματική ανασκόπηση με τίτλο Air pollution exposure and cataract outcomes: a systematic review and pollutant-specific meta-analysis. Οι ερευνητές Bin Zhang, Bing Xu και Kasra Pakdaman αναζήτησαν δημοσιευμένες μελέτες έως τις 10 Αυγούστου 2026. Συμπεριέλαβαν 15 μελέτες στη συστηματική ανασκόπηση, εκ των οποίων επτά πληρούσαν τις προϋποθέσεις για τουλάχιστον μία ποσοτική μετα-ανάλυση.

Οι μελέτες διέφεραν ως προς τον πληθυσμό, τις συγκεντρώσεις των ρύπων και τον τρόπο καταγραφής των διαγνώσεων. Οι συγγραφείς τόνισαν την ανάγκη να εξετάζονται χωριστά οι επιμέρους ρύποι και να μην συνδυάζονται στατιστικά μη συγκρίσιμα δεδομένα. Συνολικά, το πιο συνεπές σήμα αφορούσε το διοξείδιο του αζώτου (NO₂), ενώ τα συγκεντρωτικά ευρήματα για τα PM2,5 ήταν ιδιαίτερα ανομοιογενή και όχι στατιστικά σαφή. Ακόμη και η συσχέτιση με το NO₂ παρουσίασε ευαισθησία σε αυστηρότερες στατιστικές αναλύσεις. Δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σχέση ούτε προκύπτει ενιαίος αριθμός κινδύνου για όλους.

Και το γλαύκωμα; Τα ευρήματα από 41 μελέτες

Μια άλλη επιστημονική παρουσίαση, στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Χειρουργικής Καταρράκτη και Διαθλαστικής Χειρουργικής, συγκέντρωσε στοιχεία από 41 μελέτες που αφορούσαν εκατομμύρια ανθρώπους. Σύμφωνα με την παρουσίαση όπως περιγράφεται σε πρόσφατο ρεπορτάζ του Live Science, όσοι είχαν τις υψηλότερες εκθέσεις σε PM2,5 εμφάνιζαν έως και 70% μεγαλύτερη σχετική πιθανότητα γλαυκώματος συγκριτικά με ομάδες χαμηλότερης έκθεσης.

Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει ότι επτά στους δέκα εκτεθειμένους θα εμφανίσουν γλαύκωμα. Ούτε επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Πρόκειται για σύγκριση ομάδων σε επιδημιολογικά δεδομένα, όπου μπορεί να επηρεάζουν τα αποτελέσματα η ηλικία, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, το κάπνισμα, τα συνοδά νοσήματα και άλλοι παράγοντες.

Τι σχέση έχουν η ρύπανση και το οπτικό νεύρο

Το γλαύκωμα είναι μια ομάδα παθήσεων που προκαλούν βλάβη στο οπτικό νεύρο και, χωρίς έγκαιρη διάγνωση, μπορούν να οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμη απώλεια όρασης. Ο καταρράκτης είναι θόλωση του φυσικού φακού του ματιού. Πρόκειται για διαφορετικές παθήσεις, με διαφορετικούς μηχανισμούς και αντιμετώπιση.

Οι ερευνητές εξετάζουν αν τα λεπτά σωματίδια συνδέονται με χρόνια φλεγμονή, αγγειακές μεταβολές και οξειδωτικές βλάβες. Η βιολογική δυνατότητα ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αιτιότητας. Για αυτό και οι επιστήμονες ζητούν περισσότερες μακροχρόνιες μελέτες με ακριβέστερη εκτίμηση της προσωπικής έκθεσης.

Τι μπορούν να κάνουν σήμερα οι πολίτες

Η προστασία της όρασης εξακολουθεί να στηρίζεται στους γνωστούς και τεκμηριωμένους παράγοντες: τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος ανάλογα με την ηλικία και το ατομικό ιστορικό, έλεγχος του διαβήτη και της αρτηριακής πίεσης, αποφυγή καπνίσματος και αξιολόγηση συμπτωμάτων από ειδικό. Η έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους αποτελεί πρόσθετο λόγο για αποτελεσματικές πολιτικές καθαρού αέρα, όχι υποκατάστατο της ιατρικής πρόληψης.

Τις ημέρες ιδιαίτερα αυξημένων συγκεντρώσεων σωματιδίων, έχει νόημα να παρακολουθούμε επίσημες μετρήσεις ποιότητας αέρα και να ακολουθούμε τις συστάσεις των αρμόδιων αρχών, ιδίως οι ευάλωτες ομάδες. Δεν υπάρχει όμως σήμερα επιστημονικά τεκμηριωμένη οδηγία ότι ειδικές σταγόνες ματιών αποτρέπουν γλαύκωμα ή καταρράκτη που συνδέεται με το νέφος.

Το ουσιαστικό νέο είναι ότι η επιστημονική συζήτηση για την ατμοσφαιρική ρύπανση αρχίζει να περιλαμβάνει συστηματικότερα και την όραση. Και αυτό δίνει ακόμη έναν λόγο να αντιμετωπίζεται ο καθαρός αέρας ως ζήτημα δημόσιας υγείας.

Προηγούμενο άρθροΚοιμηθήκατε οκτώ ώρες αλλά ξυπνήσατε εξαντλημένοι; Οι αιτίες που δεν φαίνονται στο ρολόι