
Νέα στοιχεία από τις τοξικολογικές εξετάσεις συμπληρώνουν την εικόνα μιας οικογενειακής τραγωδίας που είχε συγκλονίσει τη Νέα Υόρκη τον περασμένο Ιούνιο. Στον οργανισμό και των τεσσάρων παιδιών που, σύμφωνα με τις Αρχές, δολοφονήθηκαν από τη μητέρα και τη γιαγιά τους εντοπίστηκαν δύο ουσίες: διφαινυδραμίνη και kratom.
Θύματα ήταν τέσσερα αδέλφια: ο 13χρονος Χάρπερ Χάρμον, ο 11χρονος Χάντσον και τα 10χρονα δίδυμα Γκάβιν και Γκρέισλιν. Οι σοροί τους είχαν βρεθεί στις 23 Ιουνίου σε σπίτι στο Μηχανίκβιλ, μαζί με εκείνες της 44χρονης μητέρας τους, Σάρα Μάγιερς, και της 64χρονης γιαγιάς τους, Έιμι Στέντμαν.
Οι ερευνητές έχουν καταλήξει ότι οι δύο γυναίκες σκότωσαν τα παιδιά και στη συνέχεια έβαλαν τέλος στη ζωή τους.
Τι αποκάλυψαν οι τοξικολογικές εξετάσεις
Η διφαινυδραμίνη είναι αντιισταμινική ουσία που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε σκευάσματα όπως το Benadryl και μπορεί να προκαλέσει έντονη υπνηλία.
Το kratom είναι φυτικό προϊόν που προέρχεται από το δέντρο Mitragyna speciosa της Νοτιοανατολικής Ασίας. Περιέχει ψυχοδραστικές ουσίες που επηρεάζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα και, ανάλογα με τη δόση, μπορούν να προκαλέσουν διεγερτική ή κατασταλτική δράση και επιδράσεις που μοιάζουν με εκείνες των οπιοειδών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα τρία παιδιά έχασαν τη ζωή τους από τη δηλητηρίαση. Διαφορετική ήταν η περίπτωση του 10χρονου Γκάβιν, ο οποίος έφερε επιπλέον τραύματα από μαχαίρι και φέρεται να προσπάθησε να αντισταθεί.
Τα μηνύματα μεταξύ μητέρας και γιαγιάς
Η έρευνα των Αρχών δεν περιορίστηκε στα ευρήματα μέσα στο σπίτι. Από την εξέταση των επικοινωνιών των δύο γυναικών προέκυψαν μηνύματα στα οποία συζητούσαν και συντόνιζαν τις ενέργειές τους πριν και κατά τη διάρκεια των δολοφονιών.
Οι ερευνητές είχαν επίσης εντοπίσει στοιχεία για αγορές φαρμακευτικών προϊόντων τις ημέρες που προηγήθηκαν.
Τα νέα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων ενισχύουν πλέον την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι Αρχές για τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκε το έγκλημα.
Η πολύχρονη μάχη για την επιμέλεια
Στο υπόβαθρο της υπόθεσης βρισκόταν μια μακρά δικαστική αντιπαράθεση για την επιμέλεια των τεσσάρων παιδιών.
Ο πατέρας τους, Μπρέιντι Χάρμον, ζούσε στη Γιούτα και είχε να δει τα παιδιά από το 2019. Λίγο πριν από τη δολοφονία τους, τα τέσσερα αδέλφια επρόκειτο να περάσουν χρόνο μαζί του στη Γιούτα.
Μετά τους θανάτους, οι Αρχές βρήκαν σημειώματα στα οποία η μητέρα και η γιαγιά υποστήριζαν ότι ήθελαν να «προστατεύσουν» τα παιδιά από τον πατέρα τους, διατυπώνοντας ισχυρισμούς περί κακοποίησης.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώθηκαν από τις Αρχές, ενώ ο ίδιος ο Χάρμον τους έχει αρνηθεί κατηγορηματικά.
Τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων δίνουν πλέον περισσότερες απαντήσεις για τις τελευταίες ώρες των τεσσάρων παιδιών, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να αποσαφηνιστεί πλήρως η αλληλουχία των γεγονότων.















































