Ο Παναγιώτης Καρμάτης έγινε γνωστός μέσα από τη σειρά «Μαύρα Μεσάνυχτα», που αγαπήθηκε από το τηλεοπτικό κοινό για το ευφάνταστο σενάριό της, τους πρωταγωνιστές και τις απίστευτες ατάκες της… «νύχτας»… Εννέα χρόνια μετά το τέλος της σειράς, αναρωτηθήκαμε πώς είναι σήμερα ο «Μπίλυ», ο γιος του «Θράσου» και της «Λένας Κουτρουμπά». «Τρομάξαμε» να τον γνωρίσουμε! Έχασε πολλά κιλά, έμεινε αξύριστος κι άλλαξε το κούρεμά του.

Ο ταλαντούχος ηθοποιός μιλάει για τη σειρά, για τα μελλοντικά του σχέδια, για την περιοχή μας. Για τα λάθη του παρελθόντος, για τον προσωπικό του μέντορα, για το τι προτείνει (σιχαίνεται να λέει ότι συμβουλεύει) στους νέους που θέλουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους. Ευχάριστος, άνετος, αυθόρμητος και χωρίς περιστροφές, όπως ο Βασίλης από τα «Μαύρα Μεσάνυχτα».

Ποιό ήταν το κίνητρό σου να γίνεις ηθοποιός;

Νομίζω ότι από την αρχή της ζωής μου, μου άρεσε στην παρέα να διασκεδάζω τους φίλους μου, να περνάμε καλά, να πετάω διάφορες «κρυάδες», πολλή πλάκα και χαβαλέ. Κάποτε στη ζωή μου αποφάσισα να το ακολουθήσω και επαγγελματικά. Σίγουρα βοήθησε και το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν ηθοποιός. Είχε ασχοληθεί πολλά χρόνια με το θέατρο και με την τηλεόραση, άσχετα από το αν τα είχε παρατήσει στη ζωή του κάποια στιγμή. Μου μπήκε το μικρόβιο ουσιαστικά από πολύ μικρός. Κάποια στιγμή, αφού ξεκίνησα και πήγα στο πανεπιστήμιο του Πειραιά, αποφάσισα ότι θέλω παράλληλα να ασχοληθώ και με την υποκριτική. Πήγα στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδωσιάδη και βρέθηκα σ’ ένα κόσμο που μου άρεσε πάρα πολύ και αποφάσισα ότι είναι το επάγγελμα που θέλω να ακολουθήσω. Που για μένα ουσιαστικά δεν είναι επάγγελμα, είναι τρόπος ζωής. Τέλειωσα το 2007 και αυτομάτως ήμουν από τους τυχερούς της γενιάς μου που ξεκίνησαν να δουλεύουν αμέσως, από πολύ μικρός.

Πριν από 10 χρόνια βίωσες μια πολύ μεγάλη επιτυχία με τα «Μαύρα Μεσάνυχτα», σε πολύ νεαρή ηλικία.

Ήμουν ο τυχερός γιατί με επέλεξε μαζί με άλλους 4 συμφοιτητές ο Πάνος Κοκκινόπουλος, τον οποίο είχα καθηγητή στο τελευταίο έτος, για να ασχοληθούμε με το γύρισμα της «10ης Εντολής», να οργανώσουμε το τμήμα ώστε να πάμε να παρακολουθήσουμε ένα γύρισμα της σειράς. Τελειώνοντας, λοιπόν, η «10η Εντολή» ο κ. Κοκκινόπουλος είχε ετοιμάσει τα «Μαύρα Μεσάνυχτα». Ήθελε να μας χρησιμοποιήσει και τους πέντε σε αυτό το πρότζεκτ. Βλέποντας εμένα, ήθελε να με χρησιμοποιήσει ως έναν από τους βασικούς χαρακτήρες της σειράς, δηλαδή τον γιο του πρωταγωνιστή που ενσάρκωνε ο Στέλιος Μάινας, όμως υπήρχε μια μικρή δυσκολία. Ήμουν πάρα πολύ αδύνατος, είχα πολλά γένια, τελείως διαφορετική εμφάνιση από ένα παιδί λυκείου. Προφανώς, όμως, ο Πάνος Κοκκινόπουλος είδε κάτι σ’ εμένα, ότι μπορώ να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις του ρόλου, με μία βασική προϋπόθεση: να πάρω κιλά. Παρόλο που αρχικά το σκέφτηκα γιατί είναι μεγάλο πείραμα να βάλεις 25 κιλά για έναν συγκεκριμένο ρόλο, τελικά δέχτηκα γιατί θεωρώ ότι ήταν μεγάλη τιμή που επέλεξε εμένα. Αυτό είναι κάτι που γίνεται κατά κόρον στο εξωτερικό αλλά δεν το έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Σε μένα λειτούργησε σαν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να ζήσω μία διαφορετική εμπειρία. Φυσικά δικαιώθηκε και εκείνος και εγώ, γιατί απ’ ότι φαίνεται (γέλια) μου βγήκε σε καλό!

Πόσο εύκολο είναι ένα νεαρό παιδί να διαχειριστεί αυτή την προβολή;

Όσον αφορά στο κομμάτι της υποκριτικής με βοήθησαν πάρα πολύ -εκτός από τον Πάνο Κοκκινόπουλο που είναι και ο προσωπικός μου μέντορας- και οι πιο έμπειροι ηθοποιοί της σειράς, ο Στέλιος Μάινας, η Μπέσυ Μάλφα, ο Γεράσιμος Σκαδιαρέσης, οι οποίοι χωρίς κανένα ίχνος υπεροψίας στάθηκαν αρωγοί σε όλο αυτό το εγχείρημα και στην προσπάθεια να βγει το καλύτερο αποτέλεσμα. Στο υπόλοιπο κομμάτι, όσον αφορά στο θέμα της δημόσιας προβολής, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Το να σε αναγνωρίζουν και να σε σταματούν στον δρόμο είναι δύσκολο να το διαχειριστείς αλλά και πολύ όμορφο! Δεν ξέρω αν το χειρίστηκα σωστά ή αν το χειρίστηκα καλά. Σίγουρα, όμως, ήμουν ο εαυτός μου και το διαχειρίστηκα με τη γαλούχηση που έχω πάρει από την οικογένειά μου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι παρέμεινα απόλυτα αληθινός και το έχω κρατήσει μέχρι τώρα. Αυτός ήμουν σαν παιδί, αυτός είμαι ακόμα και τώρα. Και αυτός είναι ο λόγος που έχω κερδίσει μία εκτίμηση και έναν σεβασμό από ανθρώπους του χώρου.

Θα σκεφτόσουν ποτέ να διδάξεις σε δραματική σχολή;

Θεωρώ ότι είναι κάτι πολύ όμορφο το να διδάξεις σε μία δραματική σχολή. Το να μπορείς να μεταλαμπαδεύσεις τις γνώσεις, την εμπειρία που έχεις αποκτήσει μέσα από τη δουλειά σε κάποιους νεότερους ανθρώπους, αλλά και να μεταδώσεις το όραμα που είχες εσύ στην ίδια ηλικία. Από την άλλη είναι και πολύ δύσκολο, γιατί δεν σημαίνει ότι όποιος είναι καλός ηθοποιός, γίνεται αυτομάτως και καλός καθηγητής. Σίγουρα η εμπειρία μετράει πάρα πολύ στο πως μπορείς να διδάξεις και πώς να εμπνεύσεις νέους ανθρώπους.

Η σκηνοθεσία θα σε ενδιέφερε;

Ναι, πάρα πολύ. Έχω κάνει και κάποιες απόπειρες παλαιότερα στο θέατρο και σε κάποια βίντεο κλιπ. Μέχρι στιγμής είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. Καταλαβαίνω ότι έχω κάποιες ιδέες σκηνοθετικές οι οποίες είναι καλές. Βέβαια, είναι ένα πράγμα το οποίο είναι πολύ δύσκολο γιατί η σκηνοθεσία δεν είναι μόνο να έχεις ιδέες και να μπορείς να σκεφτείς κάτι και να το υλοποιείς. Είναι διάφοροι άλλοι τεχνικοί παράγοντες, όπως ας πούμε στην τηλεόραση να ξέρεις να μπορείς να μην «σπάσεις» έναν άξονα, με τον διευθυντή φωτογραφίας να ξέρεις να φωτίσεις σωστά ένα κάδρο, κτλ. Θεωρώ ότι έχω κάποιες βάσεις αλλά ακόμα δεν είμαι έτοιμος για να παρουσιάσω ένα πλήρες, ολοκληρωμένο έργο. Παρόλα αυτά, ναι, είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ.

Να αλλάξουμε λίγο θέμα. Είναι γνωστό ότι ο κλάδος σας, περνάει μια πολύ μεγάλη κρίση. Ποια είναι η κατάσταση και πώς μπορεί να επιβιώσει ένας νέος Έλληνας ηθοποιός όλο αυτό;

Η κρίση έχει καταστρέψει αυτό το επάγγελμα. Το έχει αφανίσει. Υπάρχουν πολλοί ηθοποιοί. Υπάρχουν και πάρα πολλοί που θέλουν να σπουδάσουν και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κόψει σε κανέναν το όνειρό του. Πολύ απλά, έχουμε φτάσει στο σημείο, επειδή είμαστε πάρα πολλοί, η ζήτηση να είναι μικρή και η προσφορά πολύ μεγάλη. Επομένως, είναι αδύνατο να έχουμε όλοι δουλειά. Από την άλλη γίνεται και ένα ξεσκαρτάρισμα για το ποιοι αξίζουν να παραμείνουν στον χώρο και ποιοι όχι. Χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ούτε ότι μειώνω κάποιον, ούτε ότι εγώ είμαι αυτός ο οποίος αξίζει να μείνει στον χώρο. Ο χρόνος, όπως σε όλα τα πράγματα, είναι ο καταλληλότερος κριτής μας ώστε να δείξει ποιοι πραγματικά αξίζουν να μείνουν και ποιοι όχι. Βασικός παράγοντας του να μείνεις στον χώρο είναι φυσικά και το πόσο μεγάλο πάθος έχεις για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Πόσο το αγαπάς και τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις τελικά γι’ αυτό. Δηλαδή να στερηθείς πράγματα, να ζήσεις με ελάχιστες αποδοχές, να προσπαθήσεις, να επιμείνεις. Μέχρι να ανταμειφθείς.

Αυτός είναι ένας λόγος, όπως συνέβη και μ’ εσένα, που βλέπουμε πολλούς νέους ηθοποιούς να πηγαίνουν στην Κύπρο για δουλειές;

Σίγουρα είναι ένα πολύ σημαντικό κίνητρο το ότι στην Κύπρο γίνονται περισσότερες δουλειές απ’ ότι στην Ελλάδα όπου προβάλλονται και εκεί αλλά και εδώ. Δυστυχώς, πολλοί ηθοποιοί αναγκάζονται να «μεταναστεύσουν» στην Κύπρο για να ασχοληθούν με την τηλεόραση-θέατρο, αλλιώς στην Ελλάδα ίσως είναι αναγκασμένοι να κάνουν κάτι άλλο. Παρόλα αυτά, από την προσωπική εμπειρία που είχα, είναι μία ευχάριστη και όμορφη περίοδος της ζωής μου. Μαθαίνεις πράγματα. Μαθαίνεις να ζεις σ’ έναν άλλο τόπο όπου οι άνθρωποι μπορεί να μιλάνε την ίδια γλώσσα μ’ εσένα και κάποια βασικά χαρακτηριστικά να τα έχουν ίδια, αλλά δεν παύει να έχουν μια διαφορετική κουλτούρα, διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό τρόπο σκέψης και διαφορετικό τρόπος ζωής. Μαθαίνεις να συμβιβάζεσαι με όλο αυτό όπως και οι ίδιοι θα το έκαναν αν ερχόντουσαν για δουλειά στην Ελλάδα. Και η αλήθεια είναι ότι την αγάπησα την Κύπρο. Σκέψου ότι το καλοκαίρι θέλω να πάω διακοπές εκεί, γιατί μου έχει λείψει. Αυτό που πιστεύω γενικά για οτιδήποτε αγαπάς και έχεις πάθος μαζί του, όχι στην Κύπρο, αλλά στα πέρατα του κόσμου μπορείς να πας για να το ακολουθήσεις.

Έχεις επισκεφθεί ποτέ την περιοχή μας;

Ναι, την επισκέφθηκα και πέρσι το καλοκαίρι με την παιδική παράσταση «Τα Γενέθλια της Κοκκινοσκουφίτσας». Οποιαδήποτε περιοχή είναι εκτός Αθηνών έχει ένα άλλο κλίμα. Είναι πιο ευχάριστα, πιο χαλαρά, νιώθεις πιο ανθρώπινα. Άλλοι ρυθμοί, άλλος τρόπος ζωής. Νιώθεις σα να είσαι διακοπές ενόσω δουλεύεις. Μακάρι να είχα την ευκαιρία να μένω σε μια τέτοια περιοχή και να μπορώ να εργάζομαι. Έχετε άλλωστε και καταπληκτικό κοινό. Και δεν είμαι ο μόνος ηθοποιός που το λέει αυτό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πέρσι πόσο πολύ αγκάλιασαν την παράστασή μας.

Για φέτος το καλοκαίρι τι σχέδια υπάρχουν; Δουλειά, διακοπές;

Φέτος το καλοκαίρι θέλω να ξεκουραστώ. Θα κάνω διακοπές γιατί ο φετινός χειμώνας θα είναι πολύ απαιτητικός με την παράσταση «Φιλουμένα Μαρτουράνο», στο θέατρο «ΔΙΑΝΑ» με τους Γιάννη Βούρο, Ελένη Ράντου, Κατερίνα Γερονικολού και πολλούς άλλους. Τηλεοπτικά, δεν έχω κλείσει ακόμη κάτι σίγουρα. Είναι τα πράγματα ρευστά.

Για διακοπές δε ρωτάμε, γιατί είμαστε σίγουροι ότι θα πας τη βόλτα σου στην Κύπρο (γέλια). Ευχαριστώ πολύ Παναγιώτη!

Εγώ ευχαριστώ!

Προηγούμενο άρθροΜήνυση Ψηνάκη σε Σόμογλου!
Επόμενο άρθροΠανελλήνιο Κύπελλο Οptimist: Μικροί κυβερνήτες, μεγάλο μήνυμα!