Του Κώστα Ζοργιού

Ο κανόνας για τα πρώτα ταβερνάκια που άνοιξαν στην Παραλία Μαραθώνα στο ξεκίνημα του περασμένου αιώνα, συμβάλλοντας αργά αλλά σταθερά στην ανάπτυξή της μέσω των επισκεπτών, ήθελε ψαράδες που αρχικά πουλούσαν την καθημερινή ψαριά στις οικογένειες του χωριού, να βάζουν κάποια στιγμή ένα τηγάνι και δύο τραπέζια και να φτιάχνουν μικρά μαγαζιά που με τον καιρό μεγάλωναν.

Η δεύτερη και τρίτη γενιά από ψαροταβέρνες ερχόταν ως αποτέλεσμα της ενασχόλησης των απογόνων τους και κάπως έτσι η Παραλία σιγά σιγά έχτισε έναν μύθο γύρω από το φρέσκο ψάρι και τις ωραίες γεύσεις.

Για τον Φάρο αυτή δεν ήταν σίγουρα η συνθήκη. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού οι ιδιοκτήτες του δεν είχαν καμία σχέση με τα ψάρια και την εστίαση. Είχαν, όμως, όλα όσα χρειαζόταν κάποιος για να πετύχει στη ζωή του στον Μαραθώνα της δεκαετίας του ‘60. Πολύ μεράκι, αντοχή για ατελείωτες ώρες δουλειάς, επιμονή, μυαλό και, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, τύχη.

Και… ποιος ξέρει

Ο Βασίλης και η Άννα είχαν γεννηθεί στον Μαραθώνα, γνωρίζονταν από μικρή ηλικία κι αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους. Εκείνη ασχολήθηκε με το σπίτι κι εκείνος άνοιξε ένα δικό του μπαρμπέρικο στην πλατεία του χωριού, από όπου περνούσε όλος ο ανδρικός πληθυσμός για να συζητήσει για πολιτική κι αθλητικά, να τσακωθεί, να μιλήσει για τις ανησυχίες του και για να κάνει το σχετικό καλαμπούρι που πάντα ήταν λυτρωτικό στη δύσκολη καθημερινότητα μιας αγροτικής περιοχής.

Η περιουσία πάνω στη θάλασσα υπήρχε, αλλά μέχρι το 1964 δεν είχαν τολμήσει να κάνουν κάποια απόπειρα. Βλέποντας, όμως, ότι οι επισκέπτες αυξάνονταν χρόνο με τον χρόνο, αποφάσισαν εκείνο το καλοκαίρι να κυνηγήσουν την τύχη τους ‒και ποιος ξέρει…

Οι ιστορίες του ψαρά, η ατέλειωτη δουλειά και τα… καλαμαράκια της Άννας

Έφτιαξαν ένα μικρό ταβερνάκι από το μηδέν, το ονόμασαν «Φάρο» από τις ιστορίες που έλεγε ένας ψαράς στον Βασίλη για τον φάρο πίσω από τον Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας κι έπιασαν ο καθένας το πόστο του. Η Άννα, με έμφυτο ταλέντο στην οργάνωση ανέλαβε να στρώσει το μαγαζί κι ο Βασίλης έφευγε κάθε μέρα αξημέρωτα για τα λιμάνια σε Νέα Μάκρη και Ραφήνα, για να προλάβει τα καλά κομμάτια των ψαράδων.

Έβαλαν μια μεγάλη πινακίδα ψηλά που φαινόταν… σχεδόν από τη Μαραθώνος κι αργά αλλά σταθερά, αποκτούσαν την πελατεία τους. Δούλευαν ασταμάτητα για 3 με 4 μήνες και στις αρχές Οκτώβρη, μόλις τελείωνε η σεζόν, ξεκινούσαν προετοιμασία για την επόμενη, προσθέτοντας κάθε χρόνο και μια πινελιά στο μαγαζί τους, πάντα με στόχο να τονίζουν τον γεμάτο με λουλούδια και τζιτζιφιές κήπο.

Δεν χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να φτιάξει ο «Φάρος» όνομα. Πέρα από το καλό φαγητό και το φρέσκο ψάρι, βοηθούσαν πολύ η καθαριότητά του, το γεγονός ότι ήταν πάνω στη θάλασσα, αλλά και η ασταμάτητη δουλειά.

Πελάτες έρχονταν για μπάνιο στον Μαραθώνα από διάφορες γωνιές της Αττικής κι η… παράδοση ήθελε να το συνδυάζουν με έναν μεζέ κι ένα τσίπουρο στο λαϊκό ταβερνάκι με τον προσεγμένο κήπο, το χαλίκι και τις αθάνατες ξύλινες καρέκλες με τα πλαστικά κορδόνια. Τα καλαμαράκια της Άννας και τα μπαρμπούνια απέκτησαν φήμη που έφτανε αρκετά μακριά από τον Μαραθώνα…

Προσθέστε τους ντόπιους και τους τουρίστες που έρχονταν κυρίως από το Golden Coast, αλλά και τις βραδιές που τα τραπέζια έφταναν σχεδόν μέχρι το νερό και στηνόντουσαν αυθόρμητα γλέντια από παρέες αγνώστων, δεν ήθελε και πολύ ώστε το μαγαζί να γεμίζει, να κερδίζει φήμη και να αναπτύσσεται.

Η δεύτερη γενιά και η αλλαγή επιπέδου

Έστω κι αν οι ρυθμοί ήταν εξοντωτικοί και απαιτούσαν θυσίες, το ζεύγους Σπανού απέκτησε τρία παιδιά, τη Δήμητρα, τον Γιάννη και τη Φωτεινή. Όλοι τους μεγάλωσαν στην παραλία και μέσα στο μαγαζί, άλλοτε παίζοντας στην άμμο και άλλοτε βοηθώντας τους γονείς τους, όπως έκαναν πολλά παιδιά σε εποχιακές επιχειρήσεις εστίασης. Άλλωστε, η εικόνα ήταν πάνω κάτω η ίδια καθημερινά, με τους σερβιτόρους να πηγαινοέρχονται χωρίς σταματημό, να κάνουν ένα πρώτο διάλειμμα στις 6 το απόγευμα και στις 8 να συνεχίζουν τη… μάχη με δίσκους και πιάτα στα χέρια.

Με το πέρασμα των ετών, ο Φάρος άρχισε να αλλάζει επίπεδο, να αποκτά πελατεία από την Κηφισιά, τη Δροσιά και την Εκάλη αλλά πάντα, με έναν μαγικό τρόπο, κατάφερνε να φιλοξενεί αρμονικά στον ίδιο χώρο παρέες με διαφορετικά ταξικά χαρακτηριστικά, κρατώντας αναλλοίωτη και την παραδοσιακή του εικόνα.

Ίσως το βασικό μυστικό για να πετύχει όλο αυτό ήταν ότι για τους ιδιοκτήτες και τους εργαζόμενους, οι τακτικοί πελάτες που βοήθησαν να «μεγαλώσει» το μαγαζί, γίνονταν σιγά σιγά δικοί τους άνθρωποι που τους γνώριζαν με τα μικρά τους ονόματα.

Η μεγάλη απόφαση του 1985 και ο πεζόδρομος

Το 1985, η οικογένεια αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη θυσία, ανοίγοντας και τον χειμώνα, μια και φαινόταν ότι το στοίχημα θα κερδιζόταν εύκολα. Χάθηκε κάθε έννοια προσωπικού χρόνου για τον Βασίλη και την Άννα, αλλά οι κόποι τους ανταμείφθηκαν.

Από τη δεκαετία του ‘90, όταν πια φτιάχτηκε κι ο παραλιακός πεζόδρομος και τα τρία αδέλφια μεγάλωσαν μπαίνοντας ακόμα πιο ενεργά στα της καθημερινότητας, ο «Φάρος» καθιερώθηκε ως μια από τις τοπ ψαροταβέρνες σε όλη την Αττική, προσελκύοντας από τον επισκέπτη του απογεύματος, μέχρι πολιτικούς κι εφοπλιστές.

Με την εμπειρία 82 ετών πλέον, συνεχίζει έχοντας πολύ στοχευμένη λογική. Ενός μικρού μενού, με φρέσκα ψάρια, προσεκτικά επιλεγμένη πρώτη ύλη, καθαριότητα και τον Βασίλη με την Άννα να είναι ακόμα στις θέσεις τους.

Αφοσιωμένοι και ταγμένοι στο δημιούργημά τους να καθοδηγούν την επόμενη γενιά με πολύ συγκεκριμένη συμβουλή. «Αλλάξτε ό,τι θέλετε στο μαγαζί, αλλά ποτέ μην πειράξετε την ποιότητα, τον κήπο και τον σεβασμό σας στους πελάτες».

Προηγούμενο άρθροΣοφία Γούσιου: Μια «αποσβολωμένη πρωταθλήτρια» από τη Νέα Μάκρη
Επόμενο άρθροΣτις 4 Ιουλίου το 3ο Φεστιβάλ Παμμακαρίστου στη Νέα Μάκρη με μεγάλο bazaar