Τότε που η νυχτερινή διασκέδαση στα μέρη μας δεν ήταν απλώς μια επιλογή για το Σαββατοκύριακο αλλά μια καθημερινή εμπειρία κοινωνικής ζωής και οι στιγμές μοιράζονταν πρόσωπο με πρόσωπο
Του Μάκη Κουλουμπή
Βραδινός περίπατος στην παραλία Νέας Μάκρης. Βλέποντας την εικόνα που επικρατεί σήμερα, θέλεις δεν θέλεις, αναγκάζεσαι να φέρεις στη μνήμη σου με νοσταλγία, στιγμές από το παρελθόν. Πόσο διαφορετικές ήταν κάποτε οι νύχτες… Οδηγείσαι σε συγκρίσεις και νιώθεις έντονα πόσο δραματικά έχει διαφοροποιηθεί η διασκέδαση τα τελευταία χρόνια.

Πόσα μαγαζιά ήταν ανοιχτά γεμάτα κόσμο τέτοια ώρα, μόλις μερικές δεκαετίες πριν. Ντίσκο και μπαράκια, με δυνατή μουσική, που έσφυζαν από ζωή, παρέες που μεγάλωναν χωρίς καν να το καταλάβεις και δρόμοι γεμάτοι νεολαία κι αυτοκίνητα. Μιλάμε για νυχτοπερπατήματα χωρίς τελειωμό, μέχρι να ξημερώσει. Κι όχι μόνο Παρασκευές και Σάββατα, αλλά όλη τη βδομάδα.
Η νυχτερινή διασκέδαση αποτελούσε πάντα τον καθρέφτη κάθε εποχής. Τα χρόνια που μιλάμε, η νύχτα στην πόλη μας είχε άλλον παλμό. Παλμό που δεν είναι εύκολο να περιγράψεις στους νεότερους και σε όσους δεν τον έζησαν. Ήταν μια εποχή όπου η διασκέδαση δεν ήταν απλά μια επιλογή για το Σαββατοκύριακο, αλλά μια καθημερινή εμπειρία κοινωνικής ζωής. Τα μπαράκια άνοιγαν από νωρίς, οι δρόμοι γέμιζαν παρέες, οι ουρές μπροστά στην «πόρτα» ήταν σχεδόν αξιοθέατο και η μουσική έπαιζε μέχρι τα ξημερώματα.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την Πρόβα και το Lacosta στο Ζούμπερι; Το Win; Την Tropicalia στην κάθοδο και στο Μάτι; Τον Κακό τον Λύκο με τα λαϊκά στον Άγιο Ανδρέα; Το Platoon με την πισίνα και τις μεταμεσονύκτιες …βούτες; Τη Bodega στη Μαραθώνος που μετά έγινε La Mamounia;Τη ντίσκο στο Golden Coast; Το Montezuma και το Mai Tai; Το μπουζουξίδικο του Γιακουμέλου; Το υπόγειο Pap House πίσω από τον Χώρο;

Όσα και να θυμηθείς, πάντα κάποια θα ξεχάσεις. Σίγουρα όχι τα τσιφτετέλια και τις ζεϊμπεκιές πάνω στα τραπέζια και στη μπάρα. Τις βουτιές με τα ρούχα στη θάλασσα μπροστά στον Νηρέα, περιμένοντας τον ήλιο να σκάσει μύτη πάνω από την Εύβοια. Την εποχή του Παπαθεμελή με το κλείσιμο στις 3, που κλειδώναμε τις πόρτες από μέσα και τελειώναμε το πανηγύρι το πρωί.

Τον Νικόλα με τη μαούνα του, που μας έπαιρνε από το λιμανάκι στο Μάτι και συνεχίζαμε το πιώμα και το γλέντι μεσοπέλαγα μέχρι να βγει ο ήλιος. Τα …άφτερ που κατέληγες για τυρόπιτα στη Δήμητρα στο Μάτι, για πατσά και κρεατόσουπα στον Κατσαβό στη Μαραθώνος ή για κανα …βρόμικο στην καντίνα στο Ζούμπερι. Ή τότε που άλλαζες ρούχα στο αυτοκίνητο κι έφευγες κατευθείαν για δουλειά. Τέτοια ξενύχτια δεν ξεχνιούνται με τίποτα.
Τελετουργία κι ανθρώπινη επαφή
Τότε η έξοδος τα βράδια είχε μια άλλη τελετουργία. Ξέραμε πού θα βρεθούμε και ποιους θα βρούμε. Ούτε κινητά ούτε μηνύματα ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπήρχε απλά ο λόγος και η προσμονή. Τα στέκια της συνάντησης, τα σημερινά …meeting points, ορίζονταν από μόνα τους. Οι στιγμές μοιράζονταν πρόσωπο με πρόσωπο και οι αναμνήσεις χτίζονταν μέσα από γέλια, μουσικές και αληθινή ανθρώπινη επαφή. Το γλέντι και οι συζητήσεις κρατούσαν ώρες, χωρίς βιασύνη και το ρολόι έφτανε να δείχνει …αργάμιση χωρίς κανείς να το καταλάβει. Δεν φωτογράφιζες τις στιγμές για να τις …ανεβάσεις στα σόσιαλ και γι’ αυτό οι περισσότερες από αυτές παραμένουν τόσο ζωντανές στις μνήμες, με μια διαφορετική αίσθηση χαράς κι ανεμελιάς.

Η διασκέδαση τότε δεν ήταν απλά μια βραδινή συνήθεια, αλλά σχεδόν …θεσμός. Η ένταση της διασκέδασης δεν ήταν μόνο θέμα μουσικής ή ποτού. Ήταν κυρίως θέμα ανθρώπινης επαφής. Οι παρέες μεγάλωναν εύκολα. Οι …περατζάδες από μαγαζί σε μαγαζί και τα «πάμε για ένα τελευταίο», που δεν ήταν ποτέ το τελευταίο, έδιναν κι έπαιρναν. Το ένα τραπέζι γινόταν δύο και τα δύο, τέσσερα. Οι συζητήσεις ξεκινούσαν αυθόρμητα και οι γνωριμίες γίνονταν …ενώπιος ενωπίω.
Οι εποχές, όμως, θέλουμε δεν θέλουμε, αλλάζουν. Και η εποχή αυτή έμεινε πια στις αναμνήσεις και στη νοσταλγία. Σήμερα, τα μαγαζιά αυτά δεν υπάρχουν πια. Ή έχουν κλείσει ή έχουν αλλάξει χρήση. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχουν πλέον θαμώνες. Περπατάς αργά στην παραλία και ο κόσμος είναι απών. Μόνο το καλοκαίρι, με την πεζοδρόμηση, βλέπεις λίγη ζωή, τον κόσμο να κινείται και παρέες να κάθονται στις καφετέριες και στα φαγάδικα, απλώς γιατί βγήκαν να ξεσκάσουν. Οι ρυθμοί της ζωής έχουν πλέον αλλάξει κι έχει διαμορφωθεί μια εντελώς νέα κουλτούρα. Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το μυστικό της εποχής, η διάθεση των ανθρώπων να βγουν, να συναντηθούν και να περάσουν καλά.

Ο λόγος που ήρθαν τα πάνω κάτω είναι προφανής και δεν είναι μόνον ένας, γιατί πρόκειται για συνδυασμό οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών φαινομένων που μεταμόρφωσαν, το καθένα με τον τρόπο του, τόσο τη συμπεριφορά του κοινού όσο και το ίδιο το προϊόν της εξόδου. Κι αυτό, όχι μόνο στην πόλη μας αλλά και σ’ όλη την Ελλάδα.
Πρώτα απ’ όλα, η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 που επηρέασε βαθιά τις συνήθειες, μείωσε το διαθέσιμο εισόδημα κι έκανε τον κόσμο πιο επιλεκτικό, με λιγότερες εξόδους και πιο μαζεμένες καταναλώσεις.

Έπειτα, μη ξεχνάμε το πόσο έχουν αλλάξει πλέον και οι συνθήκες στον τρόπο ζωής. Πολλοί είναι αυτοί που δουλεύουν πιο απαιτητικά ωράρια ή έχουν αποκτήσει πιο υγιεινές συνήθειες, οπότε βλέπουμε έντονα να παίζει το «πιο νωρίς» αντί για ξενύχτια μέχρι το πρωί.
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε βέβαια και την πανδημία που επιτάχυνε αλλαγές όπως περισσότερη εξοικείωση με το σπίτι, επανεκτίμηση της κοινωνικής εξόδου, αλλά και φιλτράρισμα στο πού αξίζει να βγει κανείς.
Τι να πούμε όμως και για τη σύγχρονη τεχνολογία, που έχει μπει σχεδόν σε όλα τα σπίτια έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, μεταφέρει την κοινωνική μας ζωή στον ψηφιακό κόσμο; Με την επικοινωνία μας να γίνεται κυρίως μέσα από οθόνες, με τις εξόδους μας να οργανώνονται μέσω εφαρμογών και τις ψηφιακές πλατφόρμες και τα computer games να έχουν αντικαταστήσει εν μέρει τις παραδοσιακές μας εξόδους.

Μ’αυτά και μ’αυτά, θα πρέπει όλοι μας να καταλάβουμε ότι κάθε εποχή έχει τους δικούς της τρόπους και τους δικούς της κανόνες να διασκεδάζει. Αλλά για μας που έχουμε ζήσει και τις δύο εποχές, οι αναμνήσεις των προηγούμενων δεκαετιών μας θυμίζουν πως η ουσία της διασκέδασης βρισκόταν μέσα στους ανθρώπους, μέσα στην ψυχή τους και στις μικρές στιγμές που δεν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο από μια καλή παρέα και μια ωραία ιστορία να διηγηθείς…













































