
Συμπληρώνονται 85 χρόνια από τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου του 1941, όταν δύο νεαροί φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, αψηφώντας τον θάνατο, κατάφεραν να πλησιάσουν τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και να υποστείλουν τη μισητή σβάστικα, καταφέροντας ένα τεράστιο ψυχολογικό πλήγμα στις δυνάμεις κατοχής.
Η Αθήνα βρισκόταν ήδη υπό γερμανική κατοχή για λίγες εβδομάδες και το βαρύ πέπλο της απογοήτευσης είχε απλωθεί πάνω από την πόλη. Οι δύο 19χρονοι φίλοι, βλέποντας καθημερινά το ναζιστικό σύμβολο να κυματίζει πάνω από τον Παρθενώνα, αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να μείνουν αδρανείς.
Μελέτησαν προσεκτικά τις κινήσεις των Γερμανών φρουρών και, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, σκαρφάλωσαν από τη σπηλιά του Πανδροσείου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αν γίνονταν αντιληπτοί, η ποινή θα ήταν η άμεση εκτέλεση.
Με απόλυτη μυστικότητα και συντονισμό, έφτασαν στον ιστό, έσκισαν και κατέβασαν τη ναζιστική σημαία, αφήνοντας τους κατακτητές εμβρόντητους το επόμενο πρωί. Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς μια αντιστασιακή ενέργεια, αλλά ένα παγκόσμιο μήνυμα ότι η Ευρώπη δεν είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στο σκοτάδι. Το γεγονός αυτό αναπτέρωσε το ηθικό του ελληνικού λαού και γέμισε ελπίδα τις καρδιές των πολιτών, αποδεικνύοντας ότι ο κατακτητής δεν ήταν ανίκητος.
Η θυσία και η γενναιότητα των δύο αυτών ανδρών αναγνωρίστηκαν διεθνώς, με τον Σαρλ ντε Γκωλ να χαρακτηρίζει τον Μανώλη Γλέζο ως τον «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Η προσωπική γνωριμία με ανθρώπους αυτού του βεληνεκούς αποτελεί τεράστια τιμή, καθώς η κληρονομιά που άφησαν πίσω τους ο Γλέζος και ο Σάντας παραμένει ζωντανή και επίκαιρη. Το παράδειγμά τους θυμίζει στις νεότερες γενιές ότι η ελευθερία και η αξιοπρέπεια δεν παραχωρούνται, αλλά κερδίζονται με αγώνα και αυταπάρνηση.

















































