
Για δεκαετίες ολόκληρες, το παραδοσιακό τυλιχτό σουβλάκι αποτελούσε την πιο προσιτή, νόστιμη και χορταστική επιλογή γρήγορου φαγητού για κάθε ελληνική οικογένεια. Σήμερα, η εικόνα ενός πιτόγυρου που ξεπερνά τα 4,50 ευρώ στις περισσότερες γειτονιές της Αθήνας και της επαρχίας προκαλεί έντονες αντιδράσεις και παράπονα από τους καταναλωτές: Πολλοί κατηγορούν εύκολα τους ιδιοκτήτες των ψητοπωλείων για αισχροκέρδεια, θεωρώντας ότι εκμεταλλεύονται την κατάσταση για να αυξήσουν τα κέρδη τους.
Μια ματιά όμως στα πραγματικά κοστολόγια της κουζίνας αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική και δραματική πραγματικότητα για τον κλάδο της εστίασης.
Η έκρηξη στις πρώτες ύλες
Το μεγαλύτερο χτύπημα προέρχεται από την τιμή του ίδιου του κρέατος. Η Ελλάδα εισάγει σχεδόν το 70% του χοιρινού που καταναλώνει από χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Δανία: Το κόστος του εισαγόμενου χοιρινού κρέατος εκτοξεύτηκε κατά 40% μέσα σε λίγους μήνες, παρασυρόμενο από τις αυξήσεις στις ζωοτροφές και το ενεργειακό κόστος των ευρωπαϊκών χοιροτροφείων.
Την ίδια στιγμή, το ελαιόλαδο και τα σπορέλαια που απαιτούνται για το τηγάνισμα των πατατών και το ψήσιμο των πιτών είδαν τις τιμές τους να υπερδιπλασιάζονται, ενώ ακόμα και τα βασικά λαχανικά, όπως οι ντομάτες και τα κρεμμύδια, επηρεάστηκαν σοβαρά από την κλιματική κρίση και τις παρατεταμένες κακοκαιρίες.
Λογαριασμοί που δεν βγαίνουν
Εκτός από την πρώτη ύλη, τα ψητοπωλεία έχουν να αντιμετωπίσουν υπέρογκα λειτουργικά έξοδα. Οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος για τα μεγάλα επαγγελματικά ψυγεία και τις ψησταριές, το φυσικό αέριο, τα πανάκριβα χάρτινα υλικά συσκευασίας και τα υψηλά ενοίκια ροκανίζουν κάθε περιθώριο κέρδους: Οι επιχειρηματίες κερδίζουν σήμερα λιγότερα λεπτά ανά σουβλάκι απ’ ό,τι όταν το πωλούσαν στα 2,50 ευρώ.
Το παραδοσιακό ψητοπωλείο παλεύει πλέον για την επιβίωσή του, αποδεικνύοντας ότι το αγαπημένο μας street food δεν ακρίβυνε από απληστία, αλλά επειδή παρασύρθηκε αναπόφευκτα από μια παγκόσμια καταιγίδα ανατιμήσεων.
















































