Photo: Jules Verne Times Two / julesvernex2.com / CC BY-SA 4.0
Photo: Jules Verne Times Two / julesvernex2.com / CC BY-SA 4.0

Στις 10 Αυγούστου 1628, πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στη Στοκχόλμη για να δει ένα από τα εντυπωσιακότερα πολεμικά πλοία της εποχής να ξεκινά το πρώτο του ταξίδι.

Το Vasa ήταν φορτωμένο με βαριά πυροβόλα, περίτεχνα γλυπτά και τη φιλοδοξία του βασιλιά Γουσταύου Β΄ Αδόλφου να δείξει τη στρατιωτική ισχύ της Σουηδίας.

Περίπου 20 λεπτά αργότερα βρισκόταν στον βυθό.

Το πρόβλημα βρισκόταν στο ίδιο το πλοίο

Το Vasa ήταν εντυπωσιακό.

Δεν ήταν όμως σταθερό.

Το επίσημο μουσείο του πλοίου εξηγεί ότι ήταν πολύ ψηλό και πολύ στενό, με υπερβολικά μεγάλο βάρος πάνω από την ίσαλο γραμμή σε σχέση με το υποβρύχιο τμήμα του κύτους.

Κατά το πρώτο ταξίδι τα κατώτερα στόμια των πυροβόλων ήταν ανοιχτά.

Το πλοίο άρχισε να απομακρύνεται από τη Στοκχόλμη.

Έπειτα ήρθε μια ριπή ανέμου.

Το Vasa πήρε μεγάλη κλίση.

Το νερό μπήκε από τα κανόνια

Όταν το πλοίο έγειρε, τα ανοιχτά gunports πλησίασαν την επιφάνεια.

Το νερό άρχισε να εισρέει.

Μέσα σε λίγα λεπτά, ένα από τα ακριβότερα σύμβολα της σουηδικής ισχύος βυθιζόταν μπροστά στα μάτια των κατοίκων της πρωτεύουσας και ξένων διπλωματών.

Η συνολική απόσταση που είχε προλάβει να διανύσει ήταν περίπου 1.300 μέτρα.

Ούτε δύο χιλιόμετρα.

Και έμεινε εκεί για 333 χρόνια

Οι προσπάθειες ανάκτησης του πλοίου άρχισαν σχεδόν αμέσως, αλλά η τεχνολογία της εποχής δεν μπορούσε να σηκώσει ολόκληρο το κουφάρι.

Πυροβόλα ανασύρθηκαν αργότερα.

Το ίδιο το Vasa παρέμεινε στον βυθό.

Μέχρι το 1961.

Τότε, ύστερα από 333 χρόνια κάτω από το νερό, το πλοίο ανασύρθηκε και ξεκίνησε μια τεράστια διαδικασία συντήρησης.

Σήμερα περίπου 98% του πλοίου είναι αυθεντικό υλικό του 17ου αιώνα και το Vasa δεσπόζει σε ολόκληρο μουσείο στη Στοκχόλμη.

Κατασκευάστηκε για να γίνει φόβητρο της Βαλτικής.

Στην πρώτη του αποστολή δεν πρόλαβε ούτε να βγει από τη Στοκχόλμη.

Και τελικά έγινε διάσημο για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο: Επειδή βυθίστηκε σχεδόν αμέσως.

Προηγούμενο άρθροΔίκη για τα Τέμπη: «Οι τάφοι είναι ακόμη ανοιχτοί και ζητούν δικαιοσύνη»
Επόμενο άρθροΣουβλάκι: Πώς το «εθνικό μας φαγητό» έφτασε στα 5 ευρώ