
Τον Αύγουστο του 1971, στο υπόγειο του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Stanford στην Καλιφόρνια, ο καθηγητής Philip Zimbardo έστησε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πειράματα στην ιστορία των κοινωνικών επιστημών. Επέλεξε είκοσι τέσσερις ψυχολογικά υγιείς, συναισθηματικά σταθερούς άνδρες φοιτητές χωρίς ποινικό μητρώο και τους χώρισε τυχαία με το στρίψιμο ενός νομίσματος σε δύο ομάδες: Σε «δεσμοφύλακες» και «κρατούμενους».
Οι κρατούμενοι «συνελήφθησαν» αιφνιδιαστικά στα σπίτια τους από κανονικά περιπολικά της αστυνομίας, απογυμνώθηκαν, ψεκάστηκαν με απολυμαντικό και φυλακίστηκαν στα πρόχειρα κελιά, φορώντας μόνο αριθμούς αντί για τα ονόματά τους.
Η γρήγορη κάθοδος στον σαδισμό
Αυτό που σχεδιαζόταν ως μια παρατήρηση δύο εβδομάδων ξέφυγε από κάθε έλεγχο μέσα σε μόλις τριάντα έξι ώρες. Οι φοιτητές που ανέλαβαν τον ρόλο των φρουρών, φορώντας χακί στολές και γυαλιά καθρέφτες για να μην φαίνονται τα μάτια τους, άρχισαν να επιδεικνύουν ακραία σκληρότητα: Επέβαλαν σωματικές τιμωρίες, στέρηση ύπνου, απομόνωση σε σκοτεινές ντουλάπες και εξευτελιστικές πράξεις καθαρισμού τουαλετών με γυμνά χέρια.
Οι «κρατούμενοι» παραιτήθηκαν γρήγορα από κάθε αντίσταση: Πολλοί εμφάνισαν οξεία συναισθηματική κατάρρευση, ανεξέλεγκτο κλάμα και κατάθλιψη, αποδεχόμενοι πλήρως την κακοποίηση.
Η πρόωρη διακοπή και η κληρονομιά
Ο ίδιος ο Zimbardo παραδέχτηκε αργότερα ότι είχε παρασυρθεί στον ρόλο του ως «διευθυντής της φυλακής», αγνοώντας τα βασανιστήρια που εκτυλίσσονταν μπροστά στις κρυφές κάμερες. Το πείραμα διακόπηκε εσπευσμένα την έκτη ημέρα, έπειτα από τις έντονες διαμαρτυρίες της ψυχολόγου Christina Maslach, η οποία αντίκρισε το μέγεθος του εκτροχιασμού.
Αν και σύγχρονες έρευνες άσκησαν κριτική στη μεθοδολογία υποστηρίζοντας ότι οι φρουροί είχαν λάβει υποσυνείδητες οδηγίες συμπεριφοράς, το Πείραμα του Stanford παραμένει μια ανατριχιαστική υπενθύμιση για το πόσο εύκολα η θεσμοθετημένη εξουσία και η απώλεια ατομικότητας μπορούν να διαβρώσουν την ανθρώπινη ηθική.















































