
Η γεμάτη μουσική ζωή του G-Poly από το όραμα του πατέρα του να χτίσει το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής και τα παιδικά του χρόνια, μέχρι τη μεγάλη ραδιοφωνική καριέρα και τη συλλογή 100.000 δίσκων
Του Κώστα Ζοργιού
Είναι αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη και οι Γερμανοί έχουν ήδη εισβάλει στην Ελλάδα. Ένα αντιτορπιλικό του Πολεμικού Ναυτικού πλέει στη θάλασσα της Μέσης Ανατολής συμπράττοντας στις επιχειρήσεις των συμμαχικών δυνάμεων και μέσα σε μια καμπίνα του, ένα από τα μέλη του πληρώματος κλείνει τα μάτια του για λίγες ώρες ξεκούρασης.
Έχοντας από παιδί στενή σχέση με τη θρησκεία, βλέπει στον ύπνο του την Αγία Κυριακή να τον συμβουλεύει: «αν έρθει μια εντολή να φύγεις από το καράβι, μην την αγνοήσεις».
Η εντολή έρχεται λίγες ημέρες αργότερα, όταν του προτείνουν να μεταφερθεί στο πλοίο «Νηρεύς». Θυμάται το όνειρο, αποδέχεται την πρόταση και γλιτώνει τη γερμανική νάρκη στην οποία πέφτει το αντιτορπιλικό. Ο Δημήτρης Πολυχρονίου δίνει μια υπόσχεση στην Αγία Κυριακή και κάπως έτσι ξεκινά η ιστορία για το πώς η Νέα Μάκρη βρέθηκε να διαθέτει το πανέμορφο και γραφικό εκκλησάκι δίπλα στη θάλασσα και να «μεγαλώνει» μια βραχνή φωνή που, δεκαετίες αργότερα, αναγνωρίζει όλη η Ελλάδα ακόμα κι αν δεν δει το πρόσωπο που τη συνοδεύει.
Μία καλοκαιρινή ημέρα του ‘60 στη Ραφήνα (και ο λίβας)
Μετά το τέλος του πολέμου, ο Δημήτρης Πολυχρονίου κι η σύζυγός του, Δήμητρα, ζουν σε μια μονοκατοικία στον Υμηττό, όπου γεννιέται (1953) και μεγαλώνει ο Γιώργος Πολυχρονίου και η κατά τρία χρόνια μικρότερη αδελφή του Αθανασία. Ο Γιώργος έχει μαγικά παιδικά χρόνια γεμάτα ποδόσφαιρο και μπάσκετ στις αλάνες δίπλα στο κλειστό του ιστορικού Αμύντα και αξέχαστα καλοκαίρια στον Ορχομενό Λιβαδειάς, όπου το σκηνικό μεταλλάσσεται, προσφέροντας αναμνήσεις με βόλτες πάνω στα άλογα και εργασία δίπλα στον παππού στο μποστάνι.

Ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό του 1960, η τετραμελής οικογένειας κατεβαίνει… πεζή από τον Υμηττό στο Πεδίο του Άρεως από όπου φεύγουν τα λεωφορεία για τη Ραφήνα. Χωρίς οι υπόλοιποι να το ξέρουν, η εκδρομή έχει ξεκάθαρη στόχευση. Να δει ο πατέρας ένα παραθαλάσσιο οικόπεδο για να φτιάξει μια εξοχική κατοικία, αλλά κυρίως, το εκκλησάκι που έχει τάξει στην Αγία Κυριακή.

Το λεωφορείο φτάνει στη Ραφήνα, οι τέσσερίς τους κατεβαίνουν και πέφτουν πάνω σε ένα ασυνήθιστο φαινόμενο. Λίβας σφυροκοπά το τότε ψαροχώρι και είναι αδύνατον να σταθείς όρθιος. Βρίσκουν καταφύγιο σε ένα ταβερνάκι στο λιμάνι, ξοδεύουν λίγη ώρα για μεσημεριανό στο πόδι και φεύγουν άπραγοι χωρίς καν να δουν το οικόπεδο. Ίσως όλα αυτά να ήταν ένα σημάδι…
«Θα κατέβουν από το βουνό οι Ινδιάνοι»
Λίγους μήνες αργότερα, Νοέμβριο πια αλλά πάλι Κυριακή, ο πατέρας παίρνει τον 7χρονο Γιώργο από το χέρι. «Θα πάμε λίγο πιο μακριά από την άλλη φορά, να δούμε ένα άλλο κτήμα». Η Νέα Μάκρη τούς είναι άγνωστη ως περιοχή, μπαμπάς και γιος έχουν επιφυλάξεις, αλλά ο πρώτος πηγαίνει μιλημένος για μια πολύ καλή ευκαιρία. Ποια η πιθανότητα άλλωστε να έχει πάλι λίβα…;
«Φτάσαμε σε μια ερημιά. Ένα άσχημο, πολύ άγριο τοπίο, θύμιζε σκηνικό από ταινία θρίλερ. Δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Μας περίμενε κάποιος Γεωργακόπουλος και θυμάμαι τον πατέρα μου να βγάζει από την τσέπη και να μετρά 10.000 δραχμές. “Το πήραμε” μού λέει, έχοντας μια ανακούφιση στο πρόσωπό του που δεν μπορούσα να αντιληφθώ από πού προέκυπτε. Όταν γυρίσαμε σπίτι, με ρώτησε η μητέρα μου “πώς ήταν;”. Όσο της έλεγα ότι η άμμος ήταν γεμάτη χοντρό αλάτι και ότι ένιωσα πως θα κατέβουν από το βουνό οι Ινδιάνοι, ο πατέρας μου χαμογελούσε. Για εκείνον ήταν το ξεκίνημα να κάνει πράξη το όνειρό του»…

Τα πρώτα δύο χρόνια, η οικογένεια αρκείται στα λίγα. Όπως σχεδόν όλες οι οικογένειες της εποχής, άλλωστε η εξοχή ήταν πολυτέλεια… Στήνει κάθε καλοκαίρι μία σκηνή στο οικόπεδο και περνά τρεις μήνες ξεγνοιασιάς γύρω από αυτό το άγριο σκηνικό. Ο πατέρας αναλαμβάνει να γίνει ο… διαφημιστής της περιοχής και μιλά συνέχεια στον κύκλο του για τη Νέα Μάκρη, τη θάλασσα, το χοντρό αλάτι στην άμμο και τον βάλτο που είναι σαν άδειος καμβάς και προσφέρει ευκαιρία να δημιουργήσεις από την αρχή.
Καλοκαίρια στην Κάρλα, στο καφενείο, στον βάλτο
Με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο πείθει αρκετούς από το σόι Πολυχρονίου να αγοράσουν οικόπεδα, να στήσουν τις δικές τους σκηνές και να φτιάξουν μια συνθήκη, όπου ο Γιώργος μεγαλώνει παρέα με ξαδέρφια του. Με τον πατέρα του και έναν από αυτούς, τον πιο κοντινό του σε όλη τους τη ζωή, Στέλιο Πολυχρονίου πήγαιναν τα βράδια για πυροφάνι, αφού είχαν φάει όλη τη Νέα Μάκρη να βρουν σκουλήκι για δόλωμα.
Τα πρωινά έπαιζαν μπάλα στον βάλτο, αλώνιζαν με τα ποδήλατα και ως παιδιά, έκαναν τις… παρανομίες τους κλέβοντας σταφύλια από διπλανά αμπέλια ή βουτώντας κανά καρπούζι από τον καρπουζά που περνούσε από τη γειτονιά. Όπως περνούσαν, επίσης, ο γαλατάς κι ο κύριος που προμήθευε τα σπίτια με πάγο, σε μια εμπορική διαδικασία που ήταν σήμα κατατεθέν για την εποχή.
Μέχρι το 1962, είχαν τοποθετήσει ένα λυόμενο και αργότερα έφτιαξαν ένα δυάρι. Κάθε καλοκαίρι, με το που έκλειναν τα σχολεία, έρχονταν στη Νέα Μάκρη και περνούσαν όλο τον καιρό μέχρι το πρώτο κουδούνι. Κι όσο ο βάλτος γέμιζε σπίτια από το σόι ή και άλλους επισκέπτες που έρχονταν σιγά σιγά, τόσο άλλαζε και η ίδια η Νέα Μάκρη. Στην εφηβεία, θυμάται να πηγαίνει στο καφενείο στην πλατεία που είχε τζουκ μποξ και πήγαιναν και οι Αμερικανοί από τη Βάση επιλέγοντας τη μουσική τους, την Κάρλα από την οποία περνούσε η μισή Νέα Μάκρη καθημερινά και τους πέντε κινηματογράφους, πράγμα αδιανόητο για ένα χωριό 1.500 ανθρώπων. Αν τον ρωτήσεις τι του έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση από την παιδική του ηλικία, την απάντηση σίγουρα δεν την περιμένεις…
«Ο αέρας. Κάθε μέρα, ακριβώς στις 10.00 έπιανε ένας αέρας στον βάλτο που δεν σε άφηνε να σταθείς. Θυμάμαι τη μητέρα μου να με στέλνει να της ψωνίσω με το ποδήλατο και να με κυνηγά να φύγω νωρίς, ώστε να προλάβω να ‘μαι πίσω πριν τις 10.00, γιατί αν έπρεπε να κάνω πετάλι κόντρα στον άνεμο, πάντα καθυστερούσα. Εξήντα χρόνια μετά, κάθε μέρα στις 10.00 ξεκινά να φυσάει και πάντα θυμάμαι τη μητέρα μου να μου φωνάζει να φύγω και εμένα να κάνω γρήγορα πετάλι με τα ψώνια στερεωμένα στο τιμόνι του ποδηλάτου.

Το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής
Όταν πια τα σπίτια έγιναν πάνω από 20, φτιάχτηκε Εξωραϊστικός Σύλλογος και πρόεδρος έγινε ο Δημήτρης Πολυχρονίου που έφερε στην περιοχή φως και νερό και συνέβαλε στην περαιτέρω ανάπτυξή της. Ήταν τότε που ο γιος ιερέα αποφάσισε να βάλει μπροστά το σχέδιό του να υλοποιήσει ένα όνειρο, την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του και την Αγία Κυριακή.
Οι συνθήκες βέβαια δεν ήταν εύκολες και χρειάστηκε αρκετός καιρός ώστε να φτάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, όταν και αγόρασε έναν μεταλλικό οικίσκο από την Αμερικανική Βάση, τον έστησε δίπλα στη θάλασσα και τον μεταμόρφωσε σε χώρο λατρείας και προσευχής. Η Αγία Κυριακή λειτούργησε έτσι για περίπου μια πενταετία και σταδιακά άρχισε να χτίζεται η εκκλησία που πήρε την τελική της μορφή το 1995, με τους δύο πρώτους ιερείς που τη λειτούργησαν να είναι ο πατήρ Στυλιανός Αμαργιανάκης και ο πατήρ Γεώργιος Θεοχάρης.
Μέχρι το 2000, η Αγία Κυριακή λειτουργούσε μόνο παραμονή και ανήμερα της εορτής, ωστόσο τότε έγινε η διαμόρφωση του προαύλιου χώρου και άρχισε να λειτουργεί και δέκα Σάββατα του καλοκαιριού με γάμους και βαπτίσεις.
Από το 2004 κι έπειτα ξεκίνησαν να γίνονται και δύο παρακλήσεις τον Δεκαπενταύγουστο ενώ αυξήθηκαν κατά κόρον τα μυστήρια. Το 2008, η Αγία Κυριακή μπήκε στο Ε9 και έγινε νόμιμο παρεκκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι η χρονιά που φεύγει από τη ζωή η Δήμητρα Πολυχρονίου, που όπως λέει ο Γιώργος «αν και η πιο θρήσκα της περιοχής, έβαζε εμπάργκο και έφτασε να λέει στον πατέρα μου “σταμάτα, είσαι όλη μέρα στην Εκκλησία”. Εκείνος δεν άκουγε, φρόντιζε να την έχει πάντα καθαρή και περιποιημένη μέχρι που έκλεισε τα μάτια του το 2011».

Good Golly, Miss Molly
Η στιγμή που καθόρισε τη ζωή του Γιώργου Πολυχρονίου πάντως, δεν ήρθε στη Νέα Μάκρη, αλλά σε ένα πασχαλινό τραπέζι στην Αθήνα. Οικογένεια, ξαδέλφια, φίλοι και γνωστοί γιόρταζαν την Ανάσταση και στο βάθος έπαιζε χλιαρά μουσική. Το αυτί του μόλις 6χρονου Πολυχρονίου, έπιασε έναν πολύ ιδιαίτερο ήχο. «Ήταν το Good Golly, Miss Molly, ένα τραγούδι του Λιτλ Ρίτσαρντ, που με μάγεψε. Με έβαλε στη διαδικασία να ανακαλύψω τον ξεχωριστό κόσμο της μουσικής από πολύ μικρή ηλικία και να φτάσω στα 11 να φτιάξω με τον ξάδελφό μου Στέλιο τον πρώτο πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό στο πατρικό του σπίτι.
Τον ονομάσαμε GS-Poly, αλλά δεν κράτησε πολύ. Με την υποστήριξη της μητέρας μου που κάλυψε τα έξοδα έφτιαξα τον G-Poly και ξέρω ότι τον Στέλιο τον πλήγωσα. Η διαφορά μας ήταν ότι εκείνος ήθελε να έχει τον σταθμό για να κάνει αφιερώσεις στη Δέσποινα που του άρεσε. Εγώ λάτρευα τη μουσική και ήξερα ότι θα γινόταν το μονοπάτι της ζωής μου.
Στο Παγκράτι, όπου είχαμε πια μετακομίσει, άκουγα τον αμερικανικό σταθμό AFRS – American Forces Radio Station που έπαιζε στα μεσαία και ήταν η συντροφιά των στρατιωτών που ζούσαν στην Ελλάδα. Είχε πολύ μικρή εμβέλεια, αλλά ήμουν τόσο κωλόφαρδος, που λόγω της Βάσης, αναμεταδιδόταν και στη Νέα Μάκρη από τον σταθμό των Αμερικανών στο Σούλι κι έτσι άκουγα και τα καλοκαίρια.

Πολλά απογεύματα, στηνόμουν έξω από την Αμερικανική Βάση και μας έφερνε ένας φίλος μεταχειρισμένους δίσκους από μέσα με μπάντες ή καλλιτέχνες που ακούγονταν στις ΗΠΑ και ήταν άγνωστοι στην Ευρώπη. Μας τους πουλούσε 500 δρχ και δε θυμάμαι να έχω δώσει σε κάτι άλλο εκτός από δίσκους οποιοδήποτε πεντακοσάρικό μου. Αν δεν υπήρχε η Βάση να μπορέσω να φτιάξω μια πλούσια συλλογή, ίσως σήμερα να ήμουν συνταξιούχος ηλεκτρολόγος».
The American Top 40. Έτσι λεγόταν η εκπομπή που αναμεταδιδόταν κάθε Κυριακή για τρεις ώρες με ποικιλία από διάφορα είδη μουσικής. Κι ο Γιώργος ήταν τόσο παθιασμένος που πήγαινε στη Λεωφόρο να δει Παναθηναϊκό και στο τρανζιστοράκι είχε τον Αμερικανικό Σταθμό να παίζει, για να μη χάσει το Top 40.
Η ραδιοφωνική καριέρα και ο Τροχός της Τύχης
Λένε ότι οι άνθρωποι πετυχαίνουν εκεί που ξοδεύουν χρόνο. Ο Γιώργος Πολυχρονίου έφυγε για σπουδές στο Λονδίνο, αλλά ευτυχώς το πτυχίο στο Business Administration δεν άλλαξε τίποτα στη μάλλον προκαθορισμένη διαδρομή του. Ίσα ίσα, εκπαιδεύτηκε ακόμα περισσότερο και στη βρετανική μουσική, άνοιξαν νέοι ορίζοντες μπροστά του.
Δεν έκανε το πάθος του επάγγελμα, πολύ απλά γιατί δεν είδε ποτέ τη μουσική ως μέσο για να βγάλει χρήματα. Ήταν ο τρόπος του να εκφραστεί και να μοιραστεί με άλλους αυτό το πάθος του. Αλλά να που η ζωή τα έφερε έτσι, μπήκε στην ΥΕΝΕΔ (σ.σ. ραδιοτηλεοπτικός σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων) το 1973 μέσα από διαγωνισμό κι όλη η Αθήνα της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80 άκουγε τον G-Poly και τις μουσικές του.
Πηγή φωτό: Άσπα Κουλύρα – maedastudioΚι έτσι, απλά για τους άλλους αλλά με πολύ κόπο, πολλά χρήματα ως επένδυση σε πάνω από 100.000 δίσκους και άπειρες ώρες ενασχόλησης με ξένη μουσική, έγινε ένας ζωντανός θρύλος. Περιζήτητος παντού, να έχει πάντα προτάσεις για να στήνεται μπροστά από ένα μικρόφωνο και με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή του να μας εξηγεί ποιο είναι το επόμενο κομμάτι που θα ακούσουμε.

Μέχρι και σήμερα, στα 73 του από τον Kosmos να μας εκπαιδεύει μουσικά, γιατί μεταξύ μας, αυτό έκανε πάντα με μια εντυπωσιακή προσωπική αυτοσυγκράτηση που δεν του επέτρεψε ποτέ να στρογγυλοκαθίσει πάνω στη φήμη του.
Αυτό το ταξίδι έφερε κι άλλου είδους προτάσεις. Ο κόσμος είδε μια διαφορετική του πλευρά μέσα από τον Τροχό της Τύχης και αργότερα το Mega Banca. Το επικοινωνιακό του χάρισμα τον καθιέρωσε και στην τηλεόραση για πολλά χρόνια. Το κοινό τον συμπάθησε ακόμα περισσότερο όταν είχε πια και την εικόνα της βραχνής φωνής του ραδιοφώνου, τον βοήθησε να βγάλει χρήματα. Αρκετά χρήματα, ώστε να χτίσει ένα σπίτι στη Μύκονο. Αλλά η καρδιά του πάντα ανήκε στη Νέα Μάκρη.
Παιδί, έφηβος, πατέρας, παππούς: Ένα σημείο αναφοράς
«Είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Των παιδικών, των εφηβικών και των πιο… προχωρημένων μου χρόνων. Έχω περάσει αμέτρητα βράδια εδώ να βγαίνω για πυροφάνι με τον πατέρα μου, να κάνω όνειρα με τον Στέλιο, να ακούω μουσική και τους καινούργιους δίσκους που αγόρασα από τη Βάση για ένα 500άρικο. Κι αργότερα, να έρχονται φίλοι τα βράδια, να περνούν από το σπίτι διασημότητες, να έρχομαι με τη δική μου κόρη τα καλοκαίρια.

Να μεγαλώνει η Ντέμη και να βγαίνει με τις φίλες της, τη Νικολέτα και τη Μαίρη, στο “Μονακό” κι εγώ να την περιμένω με την αγωνία του πατέρα, ακούγοντας μουσική στο μπαλκόνι. Αν θες το πιστεύεις, η κοσμοπολίτικη Μύκονος είναι για μένα ο… Τροφώνιος Λιβαδειάς και η Αγία Κυριακή, η Εθνική Ελλάδος. Κρατώ σήμερα την εγγονή μου αγκαλιά και της λέω “να την αγαπάς τη Νέα Μάκρη, Ανδρομάχη μου. Τη Νέα Μάκρη και τα μάτια σου”»…
- Η MP ευχαριστεί θερμά την Άσπα Κουλύρα για την πολύ ευγενική παραχώρηση του δικαιώματος δημοσίευσης φωτογραφιών της










































