Στο Σικάγο της ποτοαπαγόρευσης, ο Αλ Καπόνε είχε μάθει να ζει με έναν κανόνα: οι αντίπαλοι μπορούσαν να εξαγοραστούν, να εκφοβιστούν ή να εξαφανιστούν. Είχε χτίσει μια εγκληματική αυτοκρατορία πάνω στο παράνομο αλκοόλ, στον τζόγο και στη βία, ενώ το όνομά του είχε γίνει συνώνυμο του οργανωμένου εγκλήματος. Κι όμως, το χτύπημα που τελικά τον έριξε δεν ήρθε από αντίπαλη συμμορία. Ήρθε από ανθρώπους που μετρούσαν εισοδήματα, έλεγχαν λογιστικά στοιχεία και αναζητούσαν φόρους που δεν είχαν πληρωθεί.
Στις 17 Οκτωβρίου 1931, οι δώδεκα ένορκοι ενός ομοσπονδιακού δικαστηρίου έκριναν ένοχο τον διαβόητο γκάνγκστερ για πέντε φορολογικά αδικήματα. Η ημερομηνία δεν προκύπτει από κάποιον μεταγενέστερο θρύλο: αναγράφεται στο πρωτότυπο έγγραφο της ετυμηγορίας, το οποίο φυλάσσουν τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ. Ήταν η στιγμή που η αμερικανική Δικαιοσύνη πέτυχε εκεί όπου οι αιματηρές συγκρούσεις των συμμοριών δεν είχαν καταφέρει να βάλουν τέλος στην κυριαρχία του.
Ο άνθρωπος που έκανε το Σικάγο αυτοκρατορία του
Η ποτοαπαγόρευση, που τέθηκε σε ισχύ στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1920, δημιούργησε μια τεράστια παράνομη αγορά. Το αλκοόλ εξακολουθούσε να έχει πελάτες· εκείνοι που αναλάμβαναν να το προμηθεύσουν μπορούσαν να αποκτήσουν αμύθητα κέρδη. Ο Καπόνε εκμεταλλεύτηκε αυτή την πραγματικότητα και ανέβηκε στην κορυφή του υποκόσμου του Σικάγου, με δίκτυα παράνομης διακίνησης ποτών, χαρτοπαικτικών λεσχών και εκβιασμών.
Η βία ήταν μέρος του συστήματος. Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου, τον Φεβρουάριο του 1929, με επτά νεκρούς στο Σικάγο, έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο διαβόητα επεισόδια του πολέμου των συμμοριών. Το έγκλημα αποδόθηκε ευρέως στην οργάνωση του Καπόνε, χωρίς ο ίδιος να καταδικαστεί γι’ αυτό. Όσο η φήμη του μεγάλωνε, τόσο δυσκολότερο φαινόταν να αποδειχθεί δικαστικά η προσωπική του ευθύνη για τη βία που συνδεόταν με την αυτοκρατορία του.
Το λάθος που δεν μπορούσε να σβήσει
Η αμερικανική κυβέρνηση άνοιξε έναν διαφορετικό δρόμο. Αντί να προσπαθεί να αποδείξει ποιος είχε δώσει εντολή για κάθε δολοφονία ή ποιος έλεγχε κάθε φορτίο λαθραίου αλκοόλ, στράφηκε στα χρήματα. Η ειδική υπηρεσία πληροφοριών της φορολογικής διοίκησης συγκέντρωσε στοιχεία για τα έσοδα και τις δαπάνες του Καπόνε, αναζητώντας την απόσταση ανάμεσα στον πολυτελή τρόπο ζωής του και στις φορολογικές δηλώσεις που δεν είχε υποβάλει.
Ο ερευνητής Φρανκ Γουίλσον και οι συνεργάτες του ακολούθησαν οικονομικά ίχνη, ανάμεσά τους καταγραφές πληρωμών από επιχειρήσεις τζόγου. Τα στοιχεία δεν χρειαζόταν να αποδείξουν ότι τα χρήματα προέρχονταν από νόμιμη εργασία. Το κρίσιμο ήταν ότι αποτελούσαν εισόδημα για το οποίο υπήρχε φορολογική υποχρέωση. Όπως εξηγούν τα Εθνικά Αρχεία, η πολυτελής ζωή και οι σχετικές αποδείξεις έγιναν κεντρικά όπλα της κατηγορούσας αρχής.
Το παράδοξο ήταν αμείλικτο: ένας άνθρωπος που είχε οικοδομήσει τη δύναμή του πάνω στην παρανομία μπορούσε να βρεθεί στη φυλακή επειδή δεν είχε δηλώσει τα κέρδη του. Ο φορολογικός νόμος δεν απαιτούσε από το κράτος να αποδεχθεί τις εγκληματικές του δραστηριότητες. Απαιτούσε, όμως, να φορολογηθεί το εισόδημα.
Η συμφωνία που δεν έγινε και οι ένορκοι που άλλαξαν
Τον Ιούνιο του 1931 ο Καπόνε δήλωσε αρχικά ένοχος, πιστεύοντας ότι θα εξασφάλιζε μια σχετικά μικρή ποινή, περίπου δυόμισι ετών. Ο ομοσπονδιακός δικαστής Τζέιμς Γουίλκερσον ξεκαθάρισε ότι δεν δεσμευόταν από τη συμφωνία που είχαν συζητήσει οι δύο πλευρές. Ο Καπόνε ανακάλεσε τη δήλωση ενοχής και επέλεξε να δικαστεί.
Στη συνέχεια προέκυψαν ενδείξεις απόπειρας επηρεασμού ενόρκων. Ο δικαστής αντέδρασε με μια αιφνιδιαστική κίνηση: άλλαξε την ομάδα των υποψήφιων ενόρκων με εκείνη άλλης δίκης. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η επιρροή που λειτουργούσε στους δρόμους του Σικάγου δεν ήταν βέβαιο πως θα λειτουργούσε και μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Το περιστατικό καταγράφεται τόσο από τα Εθνικά Αρχεία όσο και από το Ομοσπονδιακό Δικαστικό Κέντρο των ΗΠΑ.
17 Οκτωβρίου 1931: Πέντε λέξεις που άλλαξαν την ιστορία του
Ύστερα από σχεδόν εννέα ώρες διαβουλεύσεων, οι ένορκοι επέστρεψαν με την απόφασή τους. Έκριναν τον Καπόνε ένοχο για τρία κακουργήματα και δύο πλημμελήματα που αφορούσαν τη φορολογία εισοδήματος κατά τα έτη 1925–1929. Δεν καταδικάστηκε για όλους τους επιμέρους ισχυρισμούς της κατηγορούσας αρχής. Αρκούσαν όμως οι πέντε καταδικαστικές κρίσεις για να γκρεμιστεί η εικόνα του ανθρώπου που έμοιαζε να βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Η ποινή δεν επιβλήθηκε εκείνη τη νύχτα. Σύμφωνα με την αναλυτική υπηρεσιακή έκθεση της αμερικανικής φορολογικής διοίκησης, στις 24 Οκτωβρίου 1931 ο δικαστής τον καταδίκασε σε συνολικά έντεκα χρόνια κράτησης, ενώ επιβλήθηκαν χρηματική ποινή και δικαστικά έξοδα. Το ομοσπονδιακό κατηγορητήριο για φοροδιαφυγή είχε πετύχει αυτό που μέχρι τότε έμοιαζε απίθανο.
Ο Αλκατράζ και το τέλος ενός μύθου
Ο Καπόνε άσκησε ένδικα μέσα, αλλά δεν κατάφερε να ανατρέψει την καταδίκη. Το 1932 οδηγήθηκε στην ομοσπονδιακή φυλακή της Ατλάντα και αργότερα μεταφέρθηκε στο Αλκατράζ, το διαβόητο σωφρονιστικό ίδρυμα στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο. Οι μέρες κατά τις οποίες μπορούσε να διευθύνει την αυτοκρατορία του από τις σουίτες πολυτελών ξενοδοχείων είχαν τελειώσει.
Αποφυλακίστηκε το 1939, έχοντας εκτίσει περίπου επτάμισι χρόνια. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί σοβαρά και δεν επέστρεψε ποτέ στον παλιό του ρόλο. Πέθανε το 1947, σε ηλικία 48 ετών. Το τέλος του δεν είχε τίποτα από την παντοδυναμία που του απέδιδαν τα πρωτοσέλιδα της εποχής.
Η ιστορία του Καπόνε έμεινε ζωντανή χάρη σε βιβλία, ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Όμως η πιο καθοριστική σκηνή της πραγματικής του ζωής δεν περιλάμβανε πολυβόλα, καταδιώξεις ή μια τελευταία αναμέτρηση ανάμεσα σε γκάνγκστερ. Περιλάμβανε δώδεκα υπογραφές κάτω από μια ετυμηγορία. Στις 17 Οκτωβρίου 1931, η αυτοκρατορία του Αλ Καπόνε άρχισε να καταρρέει όχι από μια σφαίρα, αλλά από έναν φορολογικό έλεγχο.










































