
Μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για το μέλλον της Ελλάδας αποτυπώνεται πλέον με αριθμούς. Μέσα σε μόλις 15 χρόνια, οι γεννήσεις στη χώρα μειώθηκαν κατά 42%, ενώ το φυσικό ισοζύγιο παραμένει σταθερά αρνητικό μετά το 2010.
Τα στοιχεία προκύπτουν από ανάλυση του Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.
Το 2009 είχαν καταγραφεί περίπου 117.440 γεννήσεις. Το 2024 ο αριθμός είχε περιοριστεί στις 68.310. Η πτώση συνεχίστηκε και το 2025, όταν, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφηκαν μόλις 65.594 γεννήσεις, 4,2% λιγότερες από έναν χρόνο νωρίτερα.
Από 92 θανάτους στους 184 για κάθε 100 γεννήσεις
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αλλαγή στη σχέση γεννήσεων και θανάτων.
Το 2009 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία είχε εκτοξευθεί στους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Με απλά λόγια, σε εθνικό επίπεδο καταγράφονταν πλέον σχεδόν δύο θάνατοι για κάθε νέα γέννηση.
Η κατάσταση δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Σε 17 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας καταγράφηκαν το 2024 από 175 έως και 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.
Σε Τρίκαλα, Αρκαδία, Κιλκίς, Καρδίτσα, Άρτα, Ευρυτανία, Φωκίδα, Γρεβενά και Σέρρες η αναλογία φτάνει ή ξεπερνά τους δύο θανάτους για κάθε γέννηση. Στον αντίποδα βρίσκονται τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, όπου το 2024 οι γεννήσεις εξακολουθούσαν να υπερτερούν των θανάτων.
Λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Πίσω από τη δημογραφική υποχώρηση δεν βρίσκεται ένας μόνο παράγοντας. Ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών έχει μειωθεί κατά περίπου 480.000 ή 28%, καθώς οι μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980 φτάνουν πλέον σε ηλικία τεκνοποίησης.
Παράλληλα έχει περιοριστεί και ο αριθμός των παιδιών που αποκτά κάθε γενιά γυναικών. Όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για τις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αντίστοιχος αριθμός έχει πέσει κάτω από 1,5.
Έχει αλλάξει σημαντικά και η ηλικία της μητρότητας. Από τα 26,2 χρόνια κατά μέσο όρο το 1979-1980, η ηλικία απόκτησης παιδιού έχει φτάσει στα 32,2 χρόνια το 2024-2025.
557.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις από το 2011
Η μακροχρόνια εικόνα αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος. Τη δεκαετία 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο στην πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε περίπου τις 290.000.
Αθροιστικά πρόκειται για περίπου 557.000 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις μέσα σε 15 χρόνια, χωρίς στον συγκεκριμένο υπολογισμό να συνυπολογίζονται οι μεταναστευτικές ροές που επίσης επηρεάζουν την τελική εξέλιξη του πληθυσμού.
Η δημογραφική συρρίκνωση, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μια πρόβλεψη για τις επόμενες δεκαετίες. Έχει ήδη ξεκινήσει και αποτυπώνεται τόσο στον αριθμό των παιδιών που γεννιούνται όσο και στην ηλικιακή σύνθεση ολόκληρων περιοχών της χώρας.












































