Φωτογραφία από Dmitriy από το Pixabay

Μπαίνεις σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, ανοίγεις ένα βιβλίο δεκαετιών και εμφανίζεται αμέσως εκείνη η χαρακτηριστική μυρωδιά.

Λίγο γλυκιά, λίγο ξυλώδης, λίγο σκονισμένη. Κάποιες φορές θυμίζει βανίλια, αμύγδαλο ή φρεσκοκομμένο γρασίδι.

Δεν είναι ιδέα μας. Είναι χημεία.

Καθώς ένα βιβλίο γερνά, το χαρτί, οι κόλλες και τα μελάνια του αρχίζουν σταδιακά να διασπώνται. Κατά τη διαδικασία απελευθερώνονται στον αέρα εκατοντάδες πτητικές οργανικές ενώσεις, οι οποίες φτάνουν στη μύτη μας και δημιουργούν το χαρακτηριστικό «άρωμα παλιού βιβλίου».

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η λιγνίνη, μία φυσική ουσία που βρίσκεται στο ξύλο και επομένως σε πολλά χαρτιά που κατασκευάζονταν από ξυλοπολτό.

Καθώς η λιγνίνη διασπάται, δημιουργούνται ενώσεις που σχετίζονται χημικά με τη βανιλίνη, την ουσία που προσδίδει στη βανίλια το γνωστό της άρωμα.

Γι’ αυτό ορισμένα παλιά βιβλία έχουν μία ξεκάθαρη γλυκιά νότα.

Άλλες ουσίες προσθέτουν διαφορετικά αρώματα. Η βενζαλδεΰδη μπορεί να θυμίζει αμύγδαλο, ενώ άλλες ενώσεις δημιουργούν χορτώδεις, όξινες ή ελαφρώς μουχλιασμένες νότες.

Η μυρωδιά αλλάζει ανάλογα με την ηλικία, τον τύπο του χαρτιού, το μελάνι, τις κόλλες και τις συνθήκες στις οποίες φυλάχθηκε ένα βιβλίο.

Για τους συντηρητές παλιών βιβλίων, μάλιστα, αυτές οι χημικές ουσίες δεν αποτελούν μόνο ευχάριστο άρωμα. Μπορούν να προσφέρουν στοιχεία για την κατάσταση και τον βαθμό αποσύνθεσης του χαρτιού χωρίς να χρειάζεται να καταστραφεί κάποιο τμήμα του.

Τα σύγχρονα βιβλία χρησιμοποιούν συχνά διαφορετικές ποιότητες χαρτιού και λιγότερη λιγνίνη, επομένως δεν γερνούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Έτσι, εκείνη η μυρωδιά που πολλοί συνδέουν με παλιά σπίτια, βιβλιοθήκες και παιδικές αναμνήσεις είναι στην πραγματικότητα το ίδιο το βιβλίο που αποσυντίθεται πολύ αργά – και μυρίζει υπέροχα καθώς το κάνει.

Προηγούμενο άρθροΗ μικροσκοπική χώρα που πήρε πίσω το πραγματικό της όνομα
Επόμενο άρθροΟ Στέφανος Κορκολής στη Νέα Μάκρη