«Πότε πρέπει να αρχίσει το παιδί μου αγγλικά;». Είναι μία από τις συχνότερες ερωτήσεις που ακούμε από τους γονείς. Μια λογική απορία με δεδομένο ότι συχνά ακούγεται η θεωρία περί ανάγκης να κατακτηθεί πρώτα η μητρική γλώσσα πριν γίνει το επόμενο βήμα.

Στην πραγματικότητα, όμως, η σύντομη απάντηση είναι ότι η προσχολική ηλικία, περίπου από τα 4 έως τα 6 χρόνια, αποτελεί μια πολύ καλή περίοδο πρώτης οργανωμένης επαφής με τη γλώσσα (The sooner – the better), αρκεί η διδασκαλία να είναι σωστή και κατάλληλη για την ηλικία του παιδιού.

Περισσότερο, όμως από την ημερομηνία έναρξης, μετρά ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η αρχή.

Οι έρευνες

Τα μικρά παιδιά διαθέτουν ιδιαίτερη ευαισθησία στους ήχους και στον ρυθμό μιας γλώσσας. Ακούν, μιμούνται και κατακτούν την προφορά πιο φυσικά, χωρίς να φοβούνται το λάθος. Αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για τον οποίο η πρώιμη επαφή με τα αγγλικά μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά πολύτιμη.

Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες σχετικά με την ηλικία και την εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας δημοσιεύθηκε το 2018 στο επιστημονικό περιοδικό Cognition. Οι Joshua Hartshorne, Joshua Tenenbaum και Steven Pinker μελέτησαν στοιχεία από περίπου 670.000 ανθρώπους.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ικανότητα εκμάθησης της γραμματικής παραμένει σε υψηλό επίπεδο αρχικά έως τα 12, μετά έως τα 17 χρόνια και στη συνέχεια αρχίζει να μειώνεται. Για να φτάσει, όμως, κάποιος ευκολότερα σε επίπεδο παρόμοιο με εκείνο ενός φυσικού ομιλητή, υπολόγισαν ότι χρειάζεται να έχει αρχίσει περίπου μέχρι την ηλικία των 8 ετών, επειδή απαιτούνται αρκετά χρόνια συνεχούς μάθησης όσο αυτή η ικανότητα παραμένει ισχυρή.

Η ηλικία επηρεάζει τη διαδρομή της μάθησης, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της την επιτυχία.

Ο μύθος της σύγχυσης

Μπερδεύονται τα παιδιά όταν μαθαίνουν περισσότερες γλώσσες; Η επιστημονική απάντηση είναι όχι. Έρευνες για την πρώιμη διγλωσσία δείχνουν ότι τα παιδιά είναι από τη φύση τους έτοιμα να μάθουν τις γλώσσες που ακούν στο περιβάλλον τους.

Ένα δίγλωσσο ή πολύγλωσσο παιδί μπορεί κάποιες φορές να χρησιμοποιήσει στην ίδια πρόταση λέξεις από διαφορετικές γλώσσες. Αυτό δεν αποτελεί σύγχυση.
Είναι ένα φυσιολογικό στάδιο της γλωσσικής ανάπτυξης και δείχνει ότι το παιδί αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα γλωσσικά του εργαλεία.

Η έρευνα υποστηρίζει ότι τα παιδιά μπορούν να αναπτύσσονται με δύο ή περισσότερες γλώσσες χωρίς να προκαλείται σύγχυση, αλλά δε θέτει έναν συγκεκριμένο ανώτατο αριθμό.

Η πραγματική πρόοδος σε κάθε γλώσσα εξαρτάται κυρίως από την ποσότητα και την ποιότητα της επαφής, τη συνέπεια και τις ευκαιρίες ουσιαστικής χρήσης της.

Μάθηση μέσα από παιχνίδι

Για ένα παιδί 4 ή 5 ετών, σωστή εκμάθηση δεν σημαίνει αποστήθιση κανόνων, μετάφραση και πολλές γραπτές ασκήσεις.

Σημαίνει παιχνίδι, τραγούδι, ιστορίες, κίνηση, εικόνες, κατασκευές και απλή επικοινωνία. Το παιδί πρέπει πρώτα να συνδέσει τα αγγλικά με τη χαρά, την περιέργεια και την επιτυχία.

Η ανάγνωση και η γραφή μπορούν να εισαχθούν σταδιακά, συνήθως από τη Β’ Δημοτικού, όταν το παιδί είναι αναπτυξιακά έτοιμο και σε συντονισμό με την κατάκτηση του γραπτού λόγου στη μητρική του γλώσσα.

Εξίσου σημαντική είναι η συνέχεια. Μία πολύ πρώιμη αρχή με ελάχιστη ή ασυνεχή επαφή δεν εγγυάται καλύτερο αποτέλεσμα. Μελέτες σε περιβάλλοντα διδασκαλίας ξένης γλώσσας δείχνουν ότι η ποσότητα και, κυρίως, η ποιότητα της γλωσσικής έκθεσης παίζουν ουσιαστικότατο ρόλο. Συναντήσεις με ουσία, συχνή επανάληψη και θετική συμμετοχή αξίζουν περισσότερο από ένα πιεστικό πρόγραμμα που κουράζει το παιδί.

Πότε, αλλά και πώς

Επομένως, ποια είναι η καλύτερη ηλικία; Για τα περισσότερα παιδιά, τα 4 έως 6 χρόνια είναι μια εξαιρετική ηλικία για να γνωρίσουν τα αγγλικά, βιωματικά και παιχνιδιάρικα.

Από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μπορεί να ξεκινήσει πιο συστηματικά η πορεία προς την ανάγνωση, τη γραφή και την οργανωμένη γλωσσική ανάπτυξη.

Αν ένα παιδί αρχίσει αργότερα, προφανώς και δεν έχει «χάσει το τρένο». Με σωστή καθοδήγηση, σταθερότητα και κίνητρο μπορεί επίσης να φτάσει πολύ ψηλά.

Προσωπικά, πιστεύω ότι η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο «πόσο νωρίς;», αλλά και «με ποιον τρόπο;». Η κατάλληλη αρχή είναι εκείνη που σέβεται την ηλικία και τον ρυθμό κάθε παιδιού, καλλιεργεί την αγάπη του για τη γλώσσα και χτίζει γερές βάσεις χωρίς πίεση.

Γιατί ο βασικότερος στόχος δεν είναι απλώς να ξεκινήσει, αλλά να θέλει να συνεχίσει και να μάθει να επικοινωνεί με αυτοπεποίθηση με όλο τον κόσμο.

Προηγούμενο άρθροΑγία Μαρίνα: Τα παιδιά γίνονται «Μικροί Εξερευνητές της Διατροφής» την Παρασκευή
Επόμενο άρθροΣημειωτόν τα αυτοκίνητα στη Μαραθώνος στο ρεύμα προς Νέα Μάκρη λόγω πτώσης δέντρου