Η υπόθεση θα παγώσει το Πανελλήνιο για την αγριότητα του εγκλήματος αλλά και τις λεπτομέρειες που αποκαλύπτονταν για τον παράνομο δεσμό Σγουρίδη – Κολιτσοπούλου.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 1982. Ο αστυνομικός Χρήστος Κολιτσόπουλος κρατώντας από το χέρι του το αγοράκι του, τον Αλέξη, μόλις 4 ετών, βάζει τα κλειδιά στην πόρτα του σπιτιού του για να μπει μέσα. Κρατά στα χέρια του δύο τσάντες, μία με λαχανικά και μία με τυριά. Μόλις η πόρτα ανοίγει, αφήνει τις τσάντες στο καλογυαλισμένο πάτωμα έχοντας δίπλα του πάντα τον γιο του και πριν προλάβει να αντιδράσει του επιτίθεται με μαχαίρι ένας άντρας. Είναι ο Γιάννης Σγουρίδης, εραστής της γυναίκας του αστυνομικού, της Κάτιας Κολιτσοπούλου.

Η υπόθεση θα παγώσει το Πανελλήνιο για την αγριότητα του εγκλήματος αλλά και τις λεπτομέρειες που αποκαλύπτονταν για τον παράνομο δεσμό Σγουρίδη – Κολιτσοπούλου. Οι δυο τους γνωρίστηκαν ενώ ήταν παντρεμένη με τον αστυνομικό. Υποστήριξε ότι είχε ένα προβληματικό γάμο και έμενε στη σχέση για χάρη του παιδιού. Η γνωριμία τους θα γίνει σε ένα ξενοδοχείο στη Βραυρώνα. Εκείνη δούλευε ως τηλεφωνήτρια και εκείνος ζητούσε δουλειά ως ηλεκτρολόγος. Ξεκίνησε ένας θυελλώδης έρωτας που κράτησε για έξι μήνες.

Τη μοιραία ημέρα το ζευγάρι μαζί με το γιο τους είχαν πάει επίσκεψη στους γονείς του Κολιτσόπουλου. Η μητέρα του θύματος όπως θα αποκαλύψει παραξενεύτηκε με αυτή την επίσκεψη γιατί η νύφη της δεν ήθελε να έχει σχέσεις μαζί τους. Επιστρέφοντας στο σπίτι τους στο Παγκράτι η Κάτια Κολιτσοπούλου λέει στον άντρα της ότι θα ανέβει σε λίγο γιατί ήθελε να παίξει ΠΡΟ-ΠΟ και ΛΟΤΤΟ και να αγοράσει γάλα και τσιγάρα. Λίγα λεπτά αργότερα ο εραστής της σκότωνε τον Κολιτσόπουλο μπροστά στα μάτια του μικρού παιδιού του.

Ο αστυνομικός με πολύ άσχημο τραύμα στην καρωτίδα θα καταφέρει να χτυπήσει την πόρτα γείτονά του κρατώντας με το χέρι του τον λαιμό του. Το μόνο που ψέλλισε πριν ξεψυχήσει ήταν να καλέσει το 100. Η γειτόνισσα θα πάρει τον μικρό Αλέξη και θα τον πάει στη μητέρα του που είναι στο περίπτερο. Το παιδί πέφτει τρομαγμένο και με αναφιλητά στην αγκαλιά της, η οποία όπως ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες, ξεκίνησε το θέατρο. Μπήκε στο σπίτι και έπεσε πάνω στον νεκρό άντρα της κλαίγοντας, αλυχτώντας και φωνάζοντας.

Στην αρχή θα αντιμετωπιστεί ως ληστεία αλλά το σενάριο πολύ γρήγορα θα αποκλειστεί γιατί στο διαμέρισμα δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης. Ο Σγουρίδης άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά που του είχε δώσει η σύζυγος του αστυνομικού και ερωμένη του. Αν και προσπάθησε να θολώσει τα νερά καθώς έστησε σκηνικό ληστείας στο σπίτι δεν το κατάφερε και τον πρόδωσε ένα τόσο δα δακτυλικό αποτύπωμα που βρέθηκε στο ασανσέρ.

Όταν έκανε το έγκλημα δεν γνώριζε αν είχε σκοτώσει ή όχι τον σύζυγο της ερωμένης του. Με ένα λεωφορείο έφθασε στο σπίτι της μητέρας του στην Άνω Λούτσα και περίμενε. Όταν οι αστυνομικοί του χτύπησαν την πόρτα κατάλαβε ότι σε μια ώρα θα έχουν όλα τελειώσει.

Τα πρωτοσέλιδα της εποχής θα αποκαλέσουν την Κάτια Κολιτσοπούλου «Τίγρη του Παγκρατίου», «μαινάδα», «βάκχα», και το ζευγάρι «σατανικό». Ο πρώτος που την εμπλέκει ως ηθική αυτουργό στο έγκλημα είναι ο εραστής της!

Εκείνη όμως θα αρνηθεί κάθε κατηγορία.

«Ποια μητέρα θα έστελνε το παιδί της μάρτυρα στο φόνο του ίδιου του πατέρα του;» θα πει στο δικαστήριο χωρίς όμως να πείσει το δικαστήριο που τους καταδίκασε και τους δύο σε ισόβια.

Οι δίκες τόσο στον πρώτο όσο και τον δεύτερο βαθμό έγιναν μέσα σε τεταμένο κλίμα με υβριστικούς χαρακτηρισμούς και επεισόδια ενώ έγινε ακόμα και επέμβαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Γ.Α Μαγκάκη. Η Ελλάδα παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα κάθε δικάσιμο ενώ η δίκη στον δεύτερο βαθμό θα διακοπεί εξαιτίας των επεισοδίων για να ξαναρχίσει λίγους μήνες μετά.

Η στάση της Κολιτσοπούλου δίχασε την κοινή γνώμη. Για τους μισούς ήταν αθώα για τους άλλους μισούς ένοχη. Έξω από το δικαστήριο φεμινιστικές οργανώσεις θα πραγματοποιήσουν συγκεντρώσεις υπέρ της κατηγορούμενης μητέρας.

Το δικαστήριο απαγορεύει επίσης στην Κολιτσοπούλου να ξαναδεί το γιο της:

«Η μητέρα που ολοσχερώς και ανεπανόρθωτα κατέστρεψε τον ψυχικό κόσμο του παιδιού της για να ικανοποιήσει το ερωτικό της πάθος, δεν έχει κανένα δικαίωμα να επικαλείται συναισθήματα στις σχέσεις της με το παιδί της», αναφέρεται στην απόφαση. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής εκείνης, ήταν η απόφαση που της στοίχισε πολύ.

«Δεν ένιωθε τίποτα για εμένα»

Ο Σγουρίδης στη φυλακή θα δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ ως ηλεκτρολόγκος. Χαρακτηρίζεται ήπιος κρατούμενος που δεν δημιουργούσε προβλήματα. Γνωρίζει ότι έχει αφαιρέσει τη ζωή ενός ανθρώπου και ότι πρέπει να τιμωρηθεί. Θα αποφυλακιστεί μετά από 17 χρόνια λόγω καλής διαγωγής και θα επιστρέψει στο πατρικό του στη Λούτσα κοντά στη μητέρα του που δεν τον άφησε στιγμή. Νιώθει όμως προδωμένος και στις συνεντεύξεις του μετά την αποφυλάκισή του δεν θα αναφέρει το όνομα της γυναίκας που τον οδήγησε όπως λέει στο έγκλημα.

«Η Κολιτσοπούλου έψαχνε ένα άλλοθι για να απαλλαγεί από τον άνδρα της και το
βρήκε στο ερωτικό μου πάθος. Ήμουν το όπλο που χρησιμοποίησε και όταν δεν της
χρειαζόταν πλέον, το πέταξε. Δεν ένιωθε απολύτως τίποτα για μένα. Ουσιαστικά
με απείλησε ότι θα διακόψουμε αν δεν το κάνω. Και εγώ τυφλωμένος από το πάθος
μου το έκανα. Μετά κατάλαβα ότι όλα ήταν ένα σχέδιο»

Αντίθετα με τον Σιγουρίδη, η Κολιτσοπούλου μέσα στη φυλακή αρχικά θα επιχειρήσει να έχει «αρχηγικό ρόλο» κάτι όμως που δεν το καταφέρνει. Θα ζητήσει να σπουδάσει και γίνεται μια «εύκολη» κρατούμενη στην πορεία που δεν δημιουργεί προβλήματα μέχρι την ημέρα που αποφυλακίζεται και αυτή μετά από 17 χρόνια λόγω καλής διαγωγής.

Το μεγάλο θύμα σε αυτή την υπόθεση ήταν ο γιος της. Κουβαλούσε πάνω του ένα μεγάλο φορτίο καθώς είδε τη δολοφονία του πατέρα του. Ο Αλέξης θα χαθεί μετά από μερικά χρόνια και θα γίνουν ακόμα και εκπομπές για εκείνον .. Για ένα παιδί που πλήρωσε πολύ βαριά ένα τίμημα που δεν ήταν δικό του…

Πηγή: newpost.gr

Προηγούμενο άρθροΔεκάχρονος έφυγε από το σπίτι επειδή τον μάλωσε η μητέρα του: «Με πιέζει να διαβάζω, προτιμώ να πάω σε ορφανοτροφείο»
Επόμενο άρθροΔ. Μαραθώνα: Σε αυτούς τους δρόμους θα πραγματοποιηθούν εργασίες για την αποχέτευση μέχρι το Σάββατο (26/8)